Παρίστανε τον φίλο των Τούρκων, αλλά από μέσα του σφυρηλατούσε την Επανάσταση. Πέθανε 104 χρονών όταν έμαθε πως ξεσηκώθηκε το Γένος.
Ένας κληρικός που έζησε έναν αιώνα παριστάνοντας τον φίλο των Τούρκων, ενώ από μέσα του σφυρηλατούσε το ξεσηκωμό.
Γεννήθηκε το 1734 στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων, γιος ιερέα, και από μικρός ένιωσε βαθιά έλξη για τον μοναχικό βίο. Μπήκε παιδί ακόμα στο μοναστήρι του Σώσινου, και μετονομάστηκε από Δημήτριος σε Δοσίθεος. Ήταν έξυπνος, εργατικός, σεμνός και ανθεκτικός, με μια ψυχή που δεν λυγίζει. Μεγάλωσε πνευματικά στη μονή του Αϊ-Λιά στη Ζίτσα, ένα από τα πιο ξακουστά κέντρα της Ηπείρου τότε.
Πήγε στη Ρουμανία για να προσφέρει περισσότερα. Γρήγορα έγινε ηγούμενος του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη και αργότερα εξελέγη επίσκοπος της Βουζαίου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και έγινε Αρχιεπίσκοπος Ουγγροβλαχίας με την υποστήριξη του ηγεμόνα της Βλαχίας. Η Αρχιεπισκοπή του έγινε άσυλο για κυνηγημένους Έλληνες και κέντρο διακριτικής εθνικής δράσης.
Ο Δοσίθεος έκανε τον φίλο στους Τούρκους, αλλά μέσα του ετοίμαζε την Επανάσταση. Ήξερε τι ρίσκο έπαιρνε. Ήξερε και πού αποσκοπούσε. Με θάρρος, κάλυπτε κατατρεγμένους, έβαζε τους φτωχούς στο σπίτι του, έδινε από την τσέπη του στους πεινασμένους και πάντα έβρισκε τρόπο να βοηθήσει.
Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, η θέση του έγινε επισφαλής. Οι Ρουμάνοι τον συκοφάντησαν, κατηγορώντας τον ότι ευνοούσε τους Έλληνες. Τον εξόρισαν στη Βεσσαραβία, και δεν αντέδρασε. Περίμενε. Ήξερε να περιμένει.
Το 1818 βρέθηκε στη Στεφανούπολη. Ήταν πια 84 ετών, μα δεν έμοιαζε να λυγίζει. Δέκα χρόνια μετά, στα 104 του, άκουσε τη λέξη που χρόνια περίμενε: Επανάσταση. Δεν πρόλαβε να δει τη λευτεριά, αλλά πρόλαβε να τη χαρεί.