Περνούσε με το καΐκι μπροστά από την Υδρα και δεν ήξερε ότι εκεί είχε γεννηθεί. Τον έλεγαν Χασάν και φορούσε τουρκικό καφτάνι.
Ένα παιδί αρπαγμένο από πειρατές, βαφτισμένο ξανά σε άλλη πίστη, μεγάλωσε ως Τούρκος.
Μέσα στο βουητό του Αιγαίου, ένα καΐκι διέσχιζε αργά το στενό ανάμεσα στην Ύδρα και την Πελοπόννησο. Κανείς δεν έδινε σημασία στον νέο με το κομψό τουρκικό καφτάνι που καθόταν στη σκιά του πανιού, μα το παράδοξο ήταν πως ούτε ο ίδιος ήξερε ότι εκεί, στη χερσόνησο απέναντι, είχε γεννηθεί. Ήταν ο Κωνσταντίνος. Αλλά δεν το θυμόταν. Τώρα τον έλεγαν Χασάν.
Στα δώδεκά του χρόνια, τον είχαν απαγάγει πειρατές και τον είχαν πουλήσει στην Αττάλεια. Ένας πλούσιος και επιφανής Οθωμανός, ο Χασάν, τον μεγάλωσε σαν δικό του παιδί. Τον έντυσε με χρυσά, του έδωσε δασκάλους, του χάρισε υπηρέτες. Του έμαθε να λέει “Αλλάχ” και να ξεχνά το “Πάτερ ημών”. Ο μικρός ξέχασε το παρελθόν του. Ή έτσι νόμιζε.
Όταν πια ήταν 18, ο θετός του πατέρας τον έστειλε στη Ρόδο για δουλειές. Κανείς δεν υπολόγιζε πως εκεί θα συναντούσε Χριστιανούς, ούτε πως η αλήθεια που κοιμόταν μέσα του θα ξυπνούσε από ένα βλέμμα, ένα ψαλμό, έναν σταυρό στον τοίχο. Άρχισε να ρωτά. Να ψάχνει. Και μια μέρα, μπήκε στην εκκλησία και ζήτησε να εξομολογηθεί. “Δεν είμαι ο Χασάν. Είμαι ο Κωνσταντίνος από την Ύδρα. Είμαι Χριστιανός.”
Η εξομολόγηση αυτή ήταν και καταδίκη. Δεν πέρασαν μέρες και τον συνέλαβαν. Οι Οθωμανοί του είπαν να αρνηθεί τον Χριστό και να επιστρέψει στον πλούσιο κόσμο του. Εκείνος αρνήθηκε. Τον γύρισαν στις αγορές, τον έδειραν, τον ξυλοφόρτωσαν μπροστά στο πλήθος. “Άλλαξε πίστη, σώσε τη ζωή σου.” Εκείνος ψιθύριζε ψαλμούς.
Όταν η θετή του μάνα ήρθε να τον παρακαλέσει, φώναζε μέσα στα δάκρυα: “Παιδί μου, γύρνα πίσω. Μη χαθείς.” Εκείνος της απάντησε: “Δεν είμαι δικός σου. Είμαι του Χριστού. Και δεν τον αρνούμαι.”
Τον πήγαν στον λόφο έξω απ’ τη Ρόδο και τον έβαλαν να σκάψει με τα χέρια του τον τάφο του. Του είπαν “κοιμήσου απόψε, αύριο δεν θα ζεις.” Εκείνος κοιμήθηκε με ειρήνη. Το επόμενο πρωί, τον αποκεφάλισαν. Ήταν 18 χρονών. Το κεφάλι του το πέταξαν στη θάλασσα.
Χρόνια αργότερα, ένας ιερέας που είχε γνωρίσει τον Κωνσταντίνο νέος, τον αναγνώρισε στο πρόσωπο του νεομάρτυρα. “Ήταν το παιδί που βάφτισα στην Ύδρα. Τον πήραν πειρατές και δεν τον ξανάδαμε ποτέ.”
Το καΐκι που περνούσε τότε από την Ύδρα κουβαλούσε έναν άγιο χωρίς να το ξέρει. Και το νησί δεν είχε ιδέα ότι εκεί, σε μια βάρκα ντυμένος τούρκος, περνούσε το παιδί της που διάλεξε να πεθάνει για να μη χάσει τον Χριστό.