Πέθανε πριν φτάσει στην Αμερική. Τον πέταξαν στον Ατλαντικό. Ο γιος του έγινε η φωνή της Ελλάδας και της νοσταλγίας της
Ορφανός στα πέντε του, με πατέρα που πέθανε στη θάλασσα και τον έθαψαν στα νερά του Ατλαντικού, ο Νίκος Γκάτσος έγινε η ποιητική φωνή που έντυσε τα φεγγάρια της Ελλάδας με λέξεις.
Ο πατέρας του είχε φύγει με ένα καράβι για την Αμερική, όπως χιλιάδες άλλοι φτωχοί Έλληνες εκείνα τα χρόνια. Δεν πρόλαβε ποτέ να φτάσει. Πέθανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εποχής, τον πέταξαν στη θάλασσα. Στο βάθος του Ατλαντικού έμεινε για πάντα ένα σώμα χωρίς τάφο και ένα όνομα που δεν θα ακουγόταν ξανά. Εκτός κι αν το έκανε ποίημα ο γιος του.
Ο Νίκος Γκάτσος έμεινε ορφανός από πατέρα στα πέντε του. Μεγάλωσε στην Ασέα Αρκαδίας, με τη μητέρα και την αδελφή του, μακριά από το μεγαλείο που έμελλε να γνωρίσει αργότερα. Από μικρός είχε μια μυστική συνομιλία με τον κόσμο. Έψαχνε τις λέξεις όχι για να εξηγήσει τη ζωή, αλλά για να την υπερβεί. Για να σηκώσει τα πράγματα λίγο πιο πάνω απ’ το έδαφος.
Το 1930 έφυγε για την Αθήνα να σπουδάσει φιλολογία, αλλά η ζωή του άλλαξε οριστικά όταν άγγιξε την ποίηση. Δεν έγραψε πολλά, ούτε πολλάκις. Έγραψε μία μόνο ποιητική σύνθεση όσο ζούσε: την «Αμοργό». Ήταν 1943, η Ελλάδα πεινούσε και πέθαινε, αλλά εκείνος έγραφε για «μιαν άλλη θάλασσα, μιαν άλλη απαλοσύνη». Κανείς άλλος δεν θα τολμούσε τόσο καθαρά να πει την απόγνωση με τη γλώσσα των ονείρων.
Αν και ποιητής, η μεγάλη του κληρονομιά έμελλε να γίνει ο στίχος. Ένας στίχος που δεν κραυγάζει, αλλά κυλάει σιγανά. Ο Γκάτσος έφερε την ποίηση στο ελληνικό τραγούδι και το έκανε χωρίς να προδώσει ποτέ το βάθος της. Έγραψε «πάνω στη μελωδία» — αλλά ποτέ πάνω στη μόδα. Ήταν η ψυχή πίσω από το «Χάρτινο το φεγγαράκι», το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», τον «Ατλαντικό» που έγινε γλυκιά σιωπή.
Οι λέξεις του έγιναν φωνές. Τις τραγούδησαν η Μούσχουρη, η Γαλάνη, ο Μπιθικώτσης, η Μερκούρη, ο Ξυλούρης, ο Νταλάρας, η Φαραντούρη. Μελοποιήθηκαν από τον Χατζιδάκι, τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη. Και κάθε φορά έμοιαζαν σαν να είχαν γραφτεί από έναν άνθρωπο που είχε ζήσει όλα όσα ο λαός του ήθελε να θυμάται και να ξεχάσει μαζί.
Ο Γκάτσος δεν φώναξε ποτέ. Δεν έκανε δημόσιες εμφανίσεις, δεν αναλώθηκε στην προβολή. Προτιμούσε να περπατά σιωπηλός, να διαβάζει, να μεταφράζει, να ζει με τρόπο εσωτερικό. Στην πραγματικότητα ήταν πάντα εκείνο το παιδί που περίμενε τον πατέρα του από την Αμερική και δεν ήρθε ποτέ. Όταν πέθανε, το 1992, θάφτηκε στην πατρίδα του, εκεί που τον είδε ο κόσμος για πρώτη φορά — και τον έχασε κιόλας.
Μα δεν τον έχασε. Όσο υπάρχουν Έλληνες που λένε τη λέξη «νοσταλγία» χωρίς να την εξηγούν, μόνο να τη νιώθουν, κάπου βαθιά υπάρχει μια σκιά που μοιάζει με τη φωνή του. Είναι ο Γκάτσος. Δεν έχει πατέρα να τον γυρεύει πια. Έγινε ο ίδιος πατρίδα, φεγγάρι, τραγούδι. Και αυτή τη φορά, δεν τον πέταξε κανείς στον Ατλαντικό. Τον κράτησε η Ελλάδα στο στόμα της.