Πέθανε στη μάχη, ενώ ήταν ήδη βουλευτής, διάσημος ποιητής και φιλόσοφος. Τον έλεγαν Μαβίλη
Ποιητής, βουλευτής, φιλόσοφος και σκακιστής. Ο Μαβίλης πέθανε στη μάχη σαν στρατιώτης, ενώ θα μπορούσε να είχε μείνει πίσω.
Δεν ήταν παιδί του πολέμου. Γεννήθηκε στην Ιθάκη από Ισπανό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, και πέρασε τη ζωή του διαβάζοντας αρχαία κείμενα, μελετώντας γλώσσες, γράφοντας ποίηση. Ο Λορέντζος Μαβίλης έμοιαζε φτιαγμένος για αίθουσες και βιβλιοθήκες. Όμως πέθανε σε βουνό, με στολή, επικεφαλής ενός λόχου εθελοντών.
Σπούδασε φιλοσοφία, αρχαιολογία και σανσκριτικά στη Γερμανία. Περνούσε ώρες στα καφέ της Φρανκφούρτης, μιλώντας για Καντ και Σοπενχάουερ. Ταυτόχρονα έστελνε σκακιστικά προβλήματα σε γερμανικά περιοδικά. Οι συνθέσεις του θεωρούνται από τις πρώτες ελληνικές που δημοσιεύτηκαν διεθνώς. Οι λύσεις του είχαν ποίηση — κι ας ήταν σε ασπρόμαυρη σκακιέρα.
Όταν επέστρεψε στην Κέρκυρα, συνδέθηκε με τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και την Κερκυραϊκή Σχολή. Έγραφε σονέτα με απαισιοδοξία, λες και ήξερε από πριν πού πήγαινε. Τα ποιήματά του είχαν ενδεκασύλλαβους στίχους και κρυμμένο βάθος. Ο Παλαμάς τον θαύμαζε, αλλά ο Μαβίλης προτιμούσε να μιλά μέσα απ’ τα γραπτά του.
Πολιτεύτηκε. Εκλέχθηκε βουλευτής Κέρκυρας με το κόμμα του Ελευθέριου Βενιζέλου. Μέσα στη Βουλή, το 1911, μίλησε για τη δημοτική γλώσσα και ξεστόμισε την πιο διάσημη φράση του: «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι». Οι καθαρευουσιάνοι εξοργίστηκαν. Ο Μαβίλης δεν άλλαξε ούτε λέξη.
Είχε πολεμήσει ήδη στην Κρήτη και στην Ήπειρο. Είχε τραυματιστεί, είχε πληρώσει από την τσέπη του τον εξοπλισμό εθελοντών. Ήξερε τι θα πει σύγκρουση. Αλλά όταν ξέσπασε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος, δεν έμεινε πίσω. Πήγε πάλι στην Ήπειρο, όχι ως παρατηρητής, αλλά ως Γαριβαλδινός λοχαγός. Ήταν ήδη 52 ετών.
Στις 28 Νοεμβρίου 1912 σκοτώθηκε στη Μάχη του Δρίσκου. Επικεφαλής λόχου εθελοντών, χτυπήθηκε από τουρκικά πυρά. Πέθανε όρθιος, στο πεδίο, δίπλα σε νέους που είχαν διαβάσει τα ποιήματά του. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα, αλλά το όνομά του έμεινε για πάντα στα Γιάννενα.
Η Μυρτιώτισσα, η ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου, φέρεται να τον αγαπούσε. Του αφιέρωσε ποίημα και τον θρήνησε όπως γράφονται μόνο τα μεγάλα πράγματα: με λόγια λίγα και ανεξίτηλα. Ο Λορέντζος Μαβίλης δεν ανήκει μόνο στη λογοτεχνία. Ανήκει σε εκείνους που πήγαν να πεθάνουν, ενώ θα μπορούσαν να μείνουν ήσυχοι.