Πήρε μαζί του δύο ναύτες με φτυάρια και αξίνες, και άρχισαν να σκάβουν στο ελληνικό νησί. Αυτό που βρήκαν άφησε με ανοιχτό το στόμα όλο τον πλανήτη.
Στη Μήλο του 1820, η γη αποκάλυψε ένα από τα σπουδαιότερα μυστικά της.
Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες στη Μήλο, το 1820. Η γη σιωπηλή, η θάλασσα γαλήνια, και ο χρόνος κυλούσε αργά όπως πάντα. Κανείς δεν ήξερε πως στα σπλάχνα του νησιού, θαμμένο για αιώνες, κρυβόταν ένα από τα σπουδαιότερα αριστουργήματα της ανθρωπότητας. Η ανακάλυψή του δεν ήταν σχεδιασμένη. Ήταν η μοίρα που μίλησε.
Ο Γάλλος ναυτικός αξιωματικός Ολιβιέ Βουτιέ, παθιασμένος με την αρχαιολογία, περπατούσε ανάμεσα στα ερείπια ενός αρχαίου θεάτρου της Μήλου. Είχε διαταχθεί να παραμείνει για λίγο στο νησί, όμως το μυαλό του ήταν αλλού. Κάτι του έλεγε πως το έδαφος της Μήλου κρατούσε κρυμμένα μυστικά. Δεν ήταν ο μόνος που έσκαβε εκείνη τη μέρα. Ένας ντόπιος αγρότης, ο Γιώργος Κεντρωτάς, αφαιρούσε πέτρες από τα χαλάσματα ενός παλιού τείχους. Ξαφνικά, το φτυάρι του χτύπησε κάτι σκληρό.
Το πρώτο κομμάτι αποκαλύφθηκε: το πάνω μέρος ενός γυναικείου αγάλματος. Το μάρμαρο έλαμπε κάτω από το φως του ήλιου, και το πρόσωπο που άρχιζε να ξεπροβάλλει από το χώμα ήταν κάτι περισσότερο από όμορφο. Ήταν σχεδόν θεϊκό. Ο Βουτιέ, που είδε το θέαμα, κατάλαβε αμέσως πως αυτό δεν ήταν μια απλή αρχαιολογική ανακάλυψη. Ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Οι ναύτες του άρχισαν να σκάβουν δίπλα στον αγρότη. Κάθε σκαψιά αποκάλυπτε κι άλλο ένα μέρος της μορφής. Οι πτυχές του ρούχου που έπεφταν από τους γοφούς της, το γυμνό άνω σώμα της, το μισοχαμένο χέρι που κάποτε κρατούσε κάτι – ίσως ένα μήλο, ίσως ένα σκήπτρο.
Ήταν η Αφροδίτη. Η θεά της ομορφιάς, της αγάπης, της αιώνιας γοητείας. Και είχε μόλις επιστρέψει στο φως.
Όμως, δεν βρέθηκε αρμονικά ενωμένη. Το άγαλμα ήταν διαμελισμένο. Τα κομμάτια της έπρεπε να συνδεθούν ξανά. Οι άντρες συνέχισαν να σκάβουν, ανακαλύπτοντας το υπόλοιπο σώμα της. Το κάτω μέρος της, ένα αριστούργημα γλυπτικής, παρέμενε ανέπαφο. Έλειπαν όμως τα χέρια. Κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά τι κρατούσε. Ήταν ένα μήλο, σύμβολο της θεάς; Ή μήπως ένα δόρυ, μια ασπίδα, κάτι που χάθηκε για πάντα;
Η Αφροδίτη της Μήλου είχε γεννηθεί ξανά, όμως το ταξίδι της μόλις ξεκινούσε.
Οι Γάλλοι συνειδητοποίησαν αμέσως την ανυπολόγιστη αξία της. Ο Βουτιέ ενημέρωσε τον Γάλλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Μαρκήσιο ντε Ριβιέρ, και οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε την εξουσία στο νησί, αλλά οι Γάλλοι ήταν αποφασισμένοι να πάρουν την Αφροδίτη. Με μεθοδευμένες κινήσεις, το άγαλμα αγοράστηκε και το 1821, μεταφέρθηκε με πλοίο στη Γαλλία.
Όταν η Αφροδίτη της Μήλου παρουσιάστηκε στο Παρίσι, η αντίδραση ήταν σχεδόν θρησκευτική. Το Μουσείο του Λούβρου την υποδέχτηκε ως ένα από τα πιο πολύτιμα αποκτήματά του. Οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες και οι αριστοκράτες που την είδαν για πρώτη φορά δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Το ύψος της, το μεγαλείο της, η μυστήρια στάση του σώματός της, όλα έδειχναν πως δεν ήταν ένα απλό άγαλμα. Ήταν η ίδια η θεά που στεκόταν μπροστά τους.
Χωρίς χέρια, αλλά γεμάτη αινίγματα, η Αφροδίτη της Μήλου έγινε σύμβολο μιας χαμένης εποχής. Τι κρατούσε κάποτε; Γιατί δημιουργήθηκε; Ποιος την έφτιαξε; Πιστεύεται πως είναι έργο του Αλεξανδρινού γλύπτη Αγήσανδρου ή κάποιου ανώνυμου καλλιτέχνη του 2ου αιώνα π.Χ. Όμως κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος. Η ταυτότητά της, όπως και τα χαμένα της χέρια, παραμένει ένα μυστήριο.
Σήμερα, η Αφροδίτη της Μήλου στέκεται ακόμα στο Λούβρο, μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων επισκεπτών. Είναι η πιο διάσημη θεότητα της αρχαιότητας, μια γοητευτική μορφή που αρνείται να αποκαλύψει όλα της τα μυστικά. Όσοι στέκονται μπροστά της νιώθουν το ίδιο δέος που ένιωσαν οι ναύτες εκείνη τη μέρα στη Μήλο. Κοιτάζοντας το άγαλμα, δεν βλέπουν απλώς ένα κομμάτι μαρμάρου. Βλέπουν την ομορφιά που αψηφά τον χρόνο, την ιστορία που αρνείται να ξεχαστεί, τη θεά που ποτέ δεν έπαψε να γοητεύει.