Πνίγηκαν για την πίστη τους. Το Πάσχα, η θάλασσα τους έφερε πίσω
Τους έριξαν δεμένους στα νερά της Κορίνθου. Δεν γύρισαν ζωντανοί. Αλλά γύρισαν. Το Πάσχα, η θάλασσα τους παρέδωσε ξανά.
Ήταν Μεγάλο Σάββατο, στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δεκίου. Η Κόρινθος δεν είχε τότε ναούς και λαμπάδες. Είχε διωγμούς, στρατιώτες και καταδίκες. Ο Λεωνίδας και οι επτά γυναίκες που ήταν μαζί του δεν πρόλαβαν την Ανάσταση. Είχαν ήδη οδηγηθεί στη θάλασσα, δεμένοι, για να σιγήσουν μια για πάντα. Όμως το κύμα δεν ξέχασε.
Το διάταγμα του Δεκίου ήταν σαφές: όποιος δεν θυσίαζε στους ρωμαϊκούς θεούς, ήταν προδότης της αυτοκρατορίας. Οι Χριστιανοί, αρνούμενοι να προδώσουν την πίστη τους, βρέθηκαν μπροστά σε μια νέα εποχή βασανιστηρίων. Ο Λεωνίδας, ένας από αυτούς, συνελήφθη μαζί με επτά γυναίκες: τη Χαρίσσα, τη Νίκη, τη Γαλήνη, την Καλίσσα, τη Νουνεχία, τη Βασίλισσα και τη Θεοδώρα. Δεν λύγισαν ούτε όταν τους υποσχέθηκαν ζωή. Ούτε όταν τους έδεσαν.
Η πρώτη καταδίκη ήταν ο πνιγμός. Τους έριξαν στη θάλασσα της Κορίνθου, αλλά σύμφωνα με την παράδοση, το νερό δεν τους κατάπιε. Στάθηκαν πάνω του, ψάλλοντας ύμνους. Οι στρατιώτες πανικοβλήθηκαν. Τους ξανάπιασαν, έδεσαν βαριές πέτρες στους λαιμούς τους και τους έριξαν ξανά στα βάθη. Αυτή τη φορά δεν τους ξαναείδαν.
Μέχρι την επόμενη μέρα. Η Κυριακή της Ανάστασης δεν έφερε φως μόνο στον ουρανό, αλλά και στην ακτή. Τα κύματα ξέβρασαν τα σώματα των μαρτύρων, ακίνητα αλλά καθαρά, σαν να τα φύλαξε το ίδιο το νερό. Οι Χριστιανοί που τόλμησαν να πλησιάσουν τους μάζεψαν, τους έθαψαν και, χρόνια αργότερα, σήκωσαν στο σημείο ένα μεγαλοπρεπές σύμβολο: τη Βασιλική του Λεχαίου.
Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο στις 16 Απριλίου. Δεν έγραψαν βιβλία. Δεν άφησαν χειρόγραφα. Άφησαν ένα θαύμα, και μια θυσία που συνδέει την πίστη με τη σιωπή του νερού. Κι ένα Πάσχα που δεν ξέχασε να τους φέρει πίσω.