Πως οι Τούρκοι έγιναν καλύτεροι άνθρωποι μαθαίνοντας από τους Έλληνες στην Τουρκοκρατία
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες δεν υπέμεναν μόνο — επηρέαζαν.
Η Τουρκοκρατία στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων έχει αποτυπωθεί ως περίοδος σκλαβιάς, καταπίεσης και αγώνα για εθνική επιβίωση. Κι όμως, μέσα σε εκείνους τους σκοτεινούς αιώνες της υποταγής, υπήρξαν ρωγμές φωτός και ανεπαίσθητες αλλά βαθιές μεταβολές. Όσο ο ελληνικός πληθυσμός προσπαθούσε να διατηρήσει τη γλώσσα, την πίστη και τα έθιμά του, άλλο τόσο παρατηρείται κάτι παράδοξο: σταδιακά, οι Οθωμανοί που ζούσαν δίπλα στους Έλληνες άρχισαν να μεταβάλλονται σε νοοτροπία, συμπεριφορά και αντιλήψεις. Δεν ήταν κάτι που επιβλήθηκε ή διατάχθηκε από τον Σουλτάνο· ήταν μια αργή πολιτισμική ώσμωση, σχεδόν ανεπαίσθητη, αλλά ιστορικά σημαντική.
Στα χωριά της Ρούμελης και της Πελοποννήσου, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, όπου Έλληνες και Τούρκοι συνυπήρχαν επί αιώνες, δημιουργήθηκαν σχέσεις που ξεπερνούσαν τον κατακτητή και τον κατακτημένο. Ο Οθωμανός που ερχόταν από την Ανατολία συναντούσε έναν πληθυσμό με βαθιά παιδεία, άγραφους κώδικες τιμής, οικογενειακή συνοχή και έντονη πνευματική ζωή. Οι Έλληνες κληρικοί δεν ήταν μόνο ποιμένες ψυχών, αλλά και δάσκαλοι του λαού. Οι Έλληνες έμποροι είχαν διεθνείς επαφές και μιλούσαν πολλές γλώσσες. Οι λαϊκοί γιατροί, οι γραμματιζούμενοι, οι πρακτικοί τεχνίτες είχαν συσσωρεύσει εμπειρία αιώνων. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Τούρκος δεν παρέμεινε απαράλλακτος.
Υπάρχουν καταγραφές Τούρκων αγάδων που ζητούσαν από χριστιανούς να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους. Ο Έλληνας ιεροδιδάσκαλος ήταν σεβαστός, ακόμη και από μουσουλμάνους. Σε πολλές περιπτώσεις, Τούρκοι εμπιστεύονταν Έλληνες πραματευτάδες για τις συναλλαγές τους, όχι μόνο λόγω ικανότητας, αλλά επειδή θεωρούσαν τον λόγο τους αξιόπιστο. Οι Έλληνες, μέσα από την καθημερινή επαφή, έγιναν παράδειγμα συμπεριφοράς, ηθικής και πραότητας — στοιχεία που λείπανε από την αυταρχική και στρατιωτική κουλτούρα της αυτοκρατορίας.
Ακόμη και στον τρόπο ζωής, οι επιρροές ήταν εμφανείς. Οι Οθωμανοί στην ελληνική ενδοχώρα άρχισαν να ντύνονται διαφορετικά, να μιλούν μια τουρκοελληνική ντοπιολαλιά, να γιορτάζουν τοπικά πανηγύρια. Σε κάποιες περιοχές, οι μουσουλμάνοι συμμετείχαν σε γιορτές αγίων — όχι θρησκευτικά, αλλά ως μέρος της κοινής κοινωνικής ζωής. Είχαν διδαχθεί ότι η ζωή δεν είναι μόνο υποταγή και φόβος, αλλά και τραγούδι, φιλοξενία, γέλιο, παράδοση.
Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την έναρξη της Επανάστασης, υπήρχαν Οθωμανοί που είτε αρνήθηκαν να πολεμήσουν, είτε προσπάθησαν να προστατεύσουν Έλληνες που ήξεραν προσωπικά. Δεν το έκαναν από πολιτική σκοπιμότητα· το έκαναν γιατί μέσα από τις δεκαετίες, είχαν ζήσει μαζί τους, είχαν μάθει, είχαν σεβαστεί. Ο κατακτητής είχε ανθρώπινα χαρακτηριστικά πλέον, και αυτά τα χαρακτηριστικά του τα είχε δώσει η καθημερινή τριβή με τον ελληνικό κόσμο.
Η αλληλεπίδραση αυτή δεν ακυρώνει την καταπίεση, τα χαράτσια, τις αδικίες. Αλλά αποκαλύπτει μια λιγότερο γνωστή όψη της Τουρκοκρατίας: ότι σε βάθος χρόνου, ο ελληνικός πολιτισμός άσκησε εκπαιδευτική και ηθική επίδραση πάνω στον ίδιο τον κατακτητή. Όχι με όπλα ή διατάγματα, αλλά με τον τρόπο ζωής, την αξιοπρέπεια και τη δύναμη της συνέπειας. Σε έναν κόσμο όπου η σκληρότητα επιβαλλόταν από πάνω προς τα κάτω, οι Έλληνες δίδαξαν στους Τούρκους —απρόσμενα— τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.