Πώς ήταν μια κηδεία στην Αθήνα πριν από 150 χρόνια; Γιατί έβαζαν ένα μήλο στο φέρετρο;
Δεν υπήρχαν καθίσματα, δεν υπήρχε σιωπή, δεν υπήρχε τάξη.
Στην Αθήνα του 1850, μια κηδεία ξεκινούσε με ήχους πένθιμους. Μια ομάδα μικρών αγοριών κρατούσε ξύλινους σταυρούς και εικόνες, προπορευόμενη σε στενά γεμάτα σκόνη. Ένας άντρας σήκωνε το καπάκι του φέρετρου, τυλιγμένο με μαύρο χαρτί και άσπρους σταυρούς. Πίσω του ακολουθούσαν οι παπάδες και οι μουσικοί, παίζοντας μελαγχολικές μελωδίες.
Η νεκρή γυναίκα ήταν ντυμένη με γαλάζιο φόρεμα στολισμένο με νάρκισσους και μυρωδικά λουλούδια. Το πρόσωπό της είχε παραμείνει ακάλυπτο, ήρεμο, σχεδόν σαν να κοιμόταν. Για να σβήσουν τη φρίκη του θανάτου, είχαν βάψει ελαφρά τα χείλη της με καρμίνιο, δίνοντάς της μια ψευδαίσθηση ζωής.
Το φέρετρο το κουβαλούσαν στα χέρια. Πίσω περπατούσαν δύο ή τρεις νεαροί με χλωμά πρόσωπα· ένας από αυτούς, έλεγαν, δεν θα καθυστερούσε να την ακολουθήσει στον θάνατο. Όσοι συμμετείχαν φορούσαν χρωματιστά γιλέκα, φουστανέλες, και κόκκινες ή μπλε γκέτες, δηλαδή μανικέτες ποδιού πάνω από τις κάλτσες. Το μόνο τους σημάδι πένθους ήταν ένα μαύρο πανί στο φέσι.
Μέσα στην εκκλησία, δεν υπήρχαν καθίσματα. Στέκονταν όλοι όρθιοι, ενώ οι παπάδες με τα μακριά γένια έψελναν στα γρήγορα, χωρίς παύσεις. Η λειτουργία γινόταν στη δημοτική, μα ακουγόταν σαν τυπική διαδικασία. Οι παρόντες δεν έδειχναν συγκίνηση — περισσότερο σαν να περίμεναν απλώς να τελειώσει η ώρα.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα μοίραζε κεριά. Ακόμα και τα παιδιά του δρόμου έσπευδαν να πάρουν από ένα και να συμμετέχουν με σοβαρότητα απροσδόκητη για την ηλικία τους. Όταν τελείωσε η ψαλμωδία, οι συγγενείς φίλησαν το σώμα – τα χέρια, το πρόσωπο, τα μαλλιά. Ήταν το αντίο.
Η πομπή ξεκίνησε αργά για το νεκροταφείο. Πέρασαν τον Ιλισσό –η γέφυρα δεν είχε ακόμα χτιστεί– και γυναίκες σταυροκοπιούνταν ασταμάτητα. Στην περιοχή των φτωχών, δεν υπήρχαν μαρμάρινοι σταυροί. Μόνο δύο ξύλα στο χώμα και ένα σπασμένο πιθάρι τοποθετημένο από την οικογένεια· αρχαίο έθιμο, ζωντανό ακόμη.
Η ταφή έγινε βιαστικά, άτεχνα. Οι παριστάμενοι φώναζαν “Πίεσε τα πόδια!”, “Πρόσεξε το κεφάλι!”, “Μπήκε;”. Ήταν μια σκηνή άβολη, σχεδόν προσβλητική. Έπειτα, άρχισαν να αφαιρούν τα στολίδια της. Το όμορφο γαλάζιο φόρεμα βγήκε. Της φόρεσαν ένα μαύρο, φτηνό. Το μαντήλι που της είχαν καλύψει το κεφάλι μπήκε σε σακούλα με τα τιμαλφή. Της αφαίρεσαν ακόμα και τα λευκά της γάντια.
Μόνο ένα πράγμα δεν της πήραν: ένα κόκκινο μήλο. Μαζί με λίγα λουλούδια, αυτά ήταν τα μόνα που έμειναν μέσα στο φέρετρο. Ο παρατηρητής το σημειώνει με συγκίνηση: «πενιχρή προμήθεια για τόσο μεγάλο ταξίδι».
Οι φίλοι έριξαν μια χούφτα χώμα και πήγαν λίγο παραπέρα, σε απάνεμο σημείο. Άναψαν τσιγάρα και ήπιαν κρασί από ένα μεγάλο μπουκάλι. Ύστερα γύρισαν στο σπίτι για φαγητό. Οι χορωδοί, στο τέλος, γελούσαν, χτυπιόντουσαν με τα σταυρουδάκια και —για αδιευκρίνιστους λόγους— πετούσαν πέτρες σε φορητές εικόνες του Αγίου Γεωργίου και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Έτσι τελείωνε μια κηδεία στην Αθήνα.