Πόση φρίκη; Φτωχά μικρά ελληνόπουλα μετέφεραν νεκρούς με καρότσι για ένα κομμάτι ψωμί
Κατά την Κατοχή, παιδιά στην Αθήνα έσπρωχναν καρότσια με νεκρούς για να πάρουν ένα κομμάτι ψωμί.
Στην Κατοχική Αθήνα του 1941, η ζωή είχε μικρύνει τόσο πολύ, που χωρούσε μόνο σε ένα κομμάτι ψωμί. Και για μερικά παιδιά, ακόμα και αυτό δεν ήταν αυτονόητο. Ήταν το αντίτιμο για κάτι αδιανόητο: να μεταφέρουν με ένα πρόχειρο καρότσι έναν νεκρό άνθρωπο. Η εικόνα δεν είναι σκηνή από κινηματογραφική ταινία φαντασίας. Είναι πραγματική, και συνέβη σε δρόμους που σήμερα διασχίζουμε καθημερινά. Παιδιά μόλις δώδεκα ή δεκατριών ετών, σκελετωμένα, χωρίς παπούτσια, τραβούσαν με τα μικροσκοπικά τους χέρια αυτοσχέδια ξύλινα καρότσια και μετέφεραν νεκρούς από πείνα στις γωνιές της Αθήνας, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τους δώσει κάτι να φάνε ως αντάλλαγμα.
Τα καρότσια δεν ήταν φτιαγμένα για τέτοιο φορτίο. Ήταν παιδικά καροτσάκια, σπασμένα ξύλα με ρόδες από παλιά κάρα, ό,τι μπορούσε να κυλήσει. Οι νεκροί δεν μεταφέρονταν πάντα με αξιοπρέπεια, γιατί κανείς δεν είχε πια τη δύναμη να μιλήσει για αξιοπρέπεια. Ήταν άλλωστε δεκάδες κάθε μέρα. Στις γωνίες της Σταδίου, στα πεζοδρόμια του Ψυρρή, ακόμα και στα σκαλοπάτια εκκλησιών. Πέθαιναν ήσυχα, σαν να ήξεραν ότι η κραυγή δεν είχε πλέον κανέναν αποδέκτη. Και τότε, έμπαινε σε λειτουργία η πιο σκοτεινή μηχανή της καθημερινότητας: το καρότσι και το παιδί.
Αυτά τα παιδιά δεν ήταν εγκληματίες. Ήταν απελπισμένοι άνθρωποι σε σώματα παιδιών. Ορφανά, εγκαταλελειμμένα ή με γονείς ανήμπορους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δέχονταν αυτή την υπηρεσία. Μερικοί για να δώσουν στον νεκρό τους μια ταφή, άλλοι απλώς για να ξεφορτωθούν το σώμα από την αυλή ή την είσοδο. Τα παιδιά ζητούσαν ένα κομμάτι ψωμί. Ίσως λίγο σούπα, λίγο τραχανά ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια φέτα χαρουπόψωμο. Η ανταλλαγή γινόταν σιωπηλά. Κανείς δεν μιλούσε. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πεις.
Η ίδια η Δημοτική Αρχή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Οι δημοτικοί υπάλληλοι που περισυνέλεγαν νεκρούς με μουλάρια δεν επαρκούσαν. Και έτσι δημιουργήθηκε ένα παράλληλο δίκτυο, άτυπο, σκοτεινό, αθέατο: τα παιδιά με τα καρότσια. Οι μαρτυρίες που έχουν σωθεί από εκείνη την εποχή, είτε σε προφορικές αφηγήσεις είτε σε έργα συγγραφέων όπως ο Ηλίας Βενέζης και η Μέλπω Αξιώτη, περιγράφουν αυτή την εικόνα με παγωμένο ρεαλισμό. Παιδιά με βλέμμα κενό, που δεν είχαν πια φωνή, ούτε παιχνίδια, ούτε σχολείο. Είχαν μόνο τον θάνατο.
Η Αθήνα του 1941-42 δεν ήταν απλώς μια πόλη υπό Κατοχή. Ήταν ένα ανοιχτό νεκροταφείο, και τα παιδιά αυτά ήταν οι λιγοστοί “εργάτες” που έμεναν ενεργοί μέσα σ’ αυτό. Τα καρότσια κυλούσαν αθόρυβα, με τον ήχο του ξύλου να σέρνεται στις πλάκες της πόλης. Κι αν έβλεπαν κάποιον να τους κοιτάζει, δεν ζητούσαν ελεημοσύνη. Ζητούσαν κάτι πολύ πιο μικρό και πιο μεγάλο μαζί: να μη λιποθυμήσουν πριν τελειώσουν τη δουλειά τους.