Προσπάθησαν να τον κάνουν διερμηνέα των ναζί. Έφυγε για τη Βιέννη και έφτιαξε τον πιο παράξενο τρόπο γραφής στην ιστορία της μουσικής
Ξεκίνησε ως πρόσφυγας, γλίτωσε από τους ναζί και έγινε πρωτοπόρος της μουσικής. Ο Ανέστης Λογοθέτης έγραφε παρτιτούρες που έμοιαζαν με έργα τέχνης.
Γεννημένος στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, ο Ανέστης Λογοθέτης έζησε από νωρίς την ανθελληνική καταπίεση. Το 1934, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Βουλγαρία και να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Όταν ήρθε ο πόλεμος, οι Γερμανοί κατακτητές θέλησαν να τον επιστρατεύσουν ως διερμηνέα λόγω της γλωσσομάθειάς του. Εκείνος, για να γλιτώσει, έφυγε για τη Βιέννη το 1942 και ξεκίνησε να σπουδάζει μηχανικός.
Τίποτα όμως δεν τον κρατούσε στα μαθηματικά. Η μουσική τον κέρδισε ολοκληρωτικά και μέχρι το 1951 είχε αποφοιτήσει με διάκριση από το Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιέννης. Εκεί άρχισε να γράφει μουσική όπως κανείς πριν. Όχι με νότες. Αλλά με χρώματα, σύμβολα, γραμμές και σημεία πάνω σε χαρτί. Δημιούργησε το δικό του σύστημα σημειογραφίας. Κάθε έργο ήταν και μία ζωγραφιά.
Ήταν η δεκαετία του ’50, και η Ευρώπη μόλις είχε βγει από τον πόλεμο. Η τέχνη έψαχνε νέες γλώσσες. Ο Λογοθέτης έδωσε μία: παρτιτούρες χωρίς νότες. Κάθε γραμμή και καμπύλη έλεγε στους μουσικούς τι συναίσθημα να αποδώσουν, τι ένταση, τι ύφος, όχι τι ακριβή ήχο. Τα έργα του μπορούσαν να αλλάζουν κάθε φορά, σαν ζωντανοί οργανισμοί. Ο ίδιος πίστευε πως η μουσική πρέπει να είναι ελευθερία, όχι κανόνες.
Στο Darmstadt της Γερμανίας, όπου συγκεντρώνονταν οι πιο ριζοσπαστικοί συνθέτες της εποχής, ο Λογοθέτης έγινε φαινόμενο. Συνεργάστηκε με στούντιο ηλεκτρονικής μουσικής, πειραματίστηκε με κομπιούτερ, δημιούργησε όπερες χωρίς κείμενο και ραδιοφωνικά έργα που έμοιαζαν με σουρεαλιστικά ηχητικά κολάζ. Συνδύασε τον ήχο με την εικόνα και τη λέξη πολύ πριν θεωρηθεί «πολυμέσο».
Οι δημιουργίες του παρουσιάστηκαν σε Ευρώπη και Αμερική, ενώ μουσικά του έργα εκτέθηκαν ακόμη και σε γκαλερί ως εικαστικά. Βραβεύτηκε από την πόλη της Βιέννης και από ευρωπαϊκά ινστιτούτα, μοιράστηκε διακρίσεις με τον Ξενάκη, αλλά στην Ελλάδα το όνομά του έμεινε σχεδόν άγνωστο. Πέθανε το 1994, με τις «γραφικές παρτιτούρες» του να θεωρούνται σήμερα κληρονομιά της πρωτοπορίας.