Προσπαθούσε να εξαγοράσει τον βασιλιά της Σπάρτης με 50 τάλαντα. Αλλά μια οκτάχρονη τον σταμάτησε
Προσπάθησε να εξαγοράσει τη Σπάρτη με ασήμι και υποσχέσεις. Τον έδιωξε ένα κορίτσι οχτώ χρονών.
Ο Αρισταγόρας, τύραννος της Μιλήτου, είχε απελπιστεί. Οι Ίωνες επαναστατούσαν, οι Πέρσες τους καταπίεζαν, και ο μόνος που μπορούσε να τους βοηθήσει ήταν η Σπάρτη. Με ένα χάλκινο πινακίδιο στα χέρια, όπου ήταν χαραγμένος όλος ο τότε γνωστός κόσμος, ταξίδεψε ως τη Λακεδαίμονα για να παρακαλέσει. Ο βασιλιάς Κλεομένης τον δέχτηκε. Δεν ήξερε όμως ότι μαζί του βρισκόταν και η κόρη του. Η Γόργω.
Ο Κλεομένης άκουσε ευγενικά τον Αρισταγόρα να μιλάει για τον πλούτο της Ασίας, για τα ασήμια, τα χρυσάφια, τα ρούχα, τους δούλους. Άκουσε για τους Θυγαίους, τους Καππαδόκες, τους Μήδους, και τις αμύθητες περιουσίες που θα μπορούσαν να γίνουν λάφυρα. Ο Αρισταγόρας ήξερε να μιλάει. Στόχευε στο μυαλό, αλλά και στη ματαιοδοξία του Λακεδαιμόνιου βασιλιά.
Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που έκανε ένα μοιραίο λάθος. Όταν ρωτήθηκε πόσες μέρες χρειάζονταν για να φτάσει κάποιος από τα παράλια της Ιωνίας στην αυλή του Πέρση βασιλιά, είπε την αλήθεια: τρεις μήνες με τα πόδια. Ο Κλεομένης πετάχτηκε όρθιος. Του είπε: «Δεν έχεις τίποτα άλλο να πεις που να πείσει έναν Σπαρτιάτη να κάνει τόσο δρόμο». Και τον έδιωξε από τη Σπάρτη.
Ο Αρισταγόρας δεν το έβαλε κάτω. Πήγε στο σπίτι του Κλεομένη και μπήκε με κλαδί ελιάς – σύμβολο ικεσίας. Τον παρακάλεσε να στείλει τη μικρή κόρη του έξω, για να του μιλήσει ιδιωτικά. Ο Κλεομένης δεν δέχτηκε. Η μικρή, οχτώ ή εννέα χρονών, έμεινε εκεί. Ο Αρισταγόρας ξεκίνησε να τον δωροδοκεί.
Πρώτα του πρότεινε δέκα τάλαντα. Ο Κλεομένης δεν μίλησε. Ύστερα είκοσι. Ύστερα τριάντα. Ύστερα σαράντα. Στο πεντηκοστό, η μικρή Γόργω πετάχτηκε: «Πατέρα, ο ξένος θα σε διαφθείρει αν δεν φύγεις». Ο Κλεομένης σηκώθηκε και έφυγε. Ο Αρισταγόρας έφυγε κι αυτός. Δεν ξαναπάτησε στη Σπάρτη.
Το κορίτσι αυτό μεγάλωσε και έγινε γυναίκα του Λεωνίδα. Έμεινε στην Ιστορία όχι μόνο γιατί ήταν σύζυγος του πιο διάσημου βασιλιά των Σπαρτιατών, αλλά γιατί από μικρό παιδί εκπροσώπησε το ήθος μιας ολόκληρης πόλης. Μιας πόλης που δεν πουλιόταν. Που δεν ξεγελιόταν με ασήμι. Και που είχε μάθει να λέει «όχι» από τα οχτώ της.