Σχεδίαζε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη πριν κλείσει τα 30 του. Μετά έγινε θρύλος
Από τη Θεσσαλονίκη των ερειπίων στην Αθήνα των πολυκατοικιών και τον Πειραιά των ουρανοξυστών, ο Κωνσταντίνος Κιτσίκης έδωσε σχήμα σε μια ολόκληρη χώρα
Όταν οι φλόγες έκαψαν τη Θεσσαλονίκη το 1917, οι περισσότεροι έβλεπαν στάχτη και χάος. Ένας μόνο είδε σχέδιο. Ο Κωνσταντίνος Κιτσίκης ήταν μόλις 24 ετών όταν του ανέθεσαν να ξανασχεδιάσει την πόλη. Τη μετέτρεψε από πυρόπληκτη τραγωδία σε πρότυπο πολεοδομίας για όλη την Ευρώπη. Μέσα σε 8 μήνες παρέδωσε σχέδια, κανονισμούς και πλατείες, με όραμα και τόλμη που ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο.
Την ίδια εποχή σχεδίαζε την επέκταση του Πολυτεχνείου στην Αθήνα. Σε ένα ξύλινο περίπτερο, με πρόχειρα μέσα και ελάχιστο φως, δημιουργούσε επί τόπου σχέδια που θα καθόριζαν το μέλλον της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ήταν μόλις 26 ετών και είχε ήδη αρνηθεί να γίνει καθηγητής, θεωρώντας τον εαυτό του πολύ νέο για τέτοια ευθύνη.
Δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα γραφείο. Ανέλαβε τον Πειραιά όταν κανείς δεν τον τολμούσε. Πρότεινε ουρανοξύστες 16 ορόφων στην προκυμαία, για να νιώσει ο επισκέπτης ότι φτάνει σε μια μεγαλούπολη, όχι σε ένα λιμάνι δεύτερης διαλογής. Ήθελε ο Πειραιάς να προκαλεί δέος, όχι απογοήτευση.
Ήταν ο πατέρας της πολυκατοικίας στην Αθήνα. Δεν την είδε ποτέ ως αναγκαίο κακό, αλλά ως λύση. Έβαλε τάξη σε ένα άναρχο τοπίο, προτείνοντας ρετιρέ, καταργώντας προεξοχές, προασπίζοντας το φως και τον αέρα ως βασικά δικαιώματα των κατοίκων. Μελέτησε και έχτισε περίπου 100 πολυκατοικίες, πολλές από τις οποίες στέκουν ακόμη στο κέντρο της Αθήνας σαν βουβοί μάρτυρες ενός αρχιτέκτονα που ήξερε να βλέπει μπροστά.
Διεθνής συνέδρους, UNESCO, Συμβούλια της Ευρώπης – δεν του έφτανε η Ελλάδα. Πρότεινε αναβίωση των Δελφικών Αμφικτιονιών, οργάνωσε το πρώτο διεθνές συνέδριο Θεάματος στην Αθήνα, πίστεψε πως η τέχνη και η αρχιτεκτονική μπορούν να ενώσουν έθνη, όπως και να στείλουν βοήθεια. Το όνομά του ακούστηκε μέχρι το Λονδίνο, όπου εξηγούσε σε συμμάχους πώς ανασυντάχθηκε μια πόλη-ερείπιο.
Τον κατηγόρησαν για «γερμανική σκέψη» — όχι επειδή μιλούσε, αλλά επειδή δούλευε με πειθαρχία. Δε φοβόταν τις ρήξεις. Αντιτάχθηκε ανοιχτά στη μόδα των εξωστών που παραμόρφωναν τις προσόψεις, κράτησε το βλέμμα του στο μέλλον, αρνήθηκε να αντιγράφει ό,τι δεν ταιριάζει στον ελληνικό τρόπο ζωής.
Το 1962 έφερε το βλέμμα του και στον τουρισμό. Πρότεινε τουριστικά περίπτερα, δίκτυα καταλυμάτων σε ξεχασμένα μέρη, συνεργασία με ξένες χώρες για δρόμους και χάρτες. Ήθελε να ξέρει ο επισκέπτης που φτάνει, να βλέπει μια Ελλάδα έτοιμη, όχι χαοτική. Ο τουρισμός ήταν, όπως έλεγε, το όπλο μας για να ξαναφτάσουμε στη δόξα.
Μέχρι το τέλος, δεν σταμάτησε. Οραματιζόταν, σχεδίαζε, συμμετείχε. Άφησε πίσω του όχι μόνο κτήρια, αλλά και έναν χάρτη ολόκληρης της μεταπολεμικής Ελλάδας, γραμμένο με χάρακα και ιδέες. Και όμως, όσο έγραφε ιστορία, ποτέ δεν το φώναξε. Άφησε τα σχέδια να μιλήσουν.