Σόνια – Σοφία Στεφανίδου : Η πρώτη Ελληνίδα αλεξιπτωτίστρια
Η Σόνια Στεφανίδου άφησε μια ήσυχη ζωή στο Δημόσιο και πέρασε σε μυστικές αποστολές, εκπαίδευση αλεξιπτώτου και δράση στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η πορεία της την καθιέρωσε ως μια από τις πιο ξεχωριστές μορφές του πολέμου.
Η Σόνια Σοφία Στεφανίδου δεν έμεινε στην Ιστορία απλώς επειδή φόρεσε αλεξίπτωτο. Έμεινε γιατί σε όλη της τη διαδρομή πήγαινε λίγο πιο πέρα απ’ όσο θεωρούσαν οι άλλοι πως μπορούσε να πάει μια γυναίκα της εποχής της. Δούλευε ως δημόσια υπάλληλος στην Αθήνα, είχε μια σταθερή θέση και μια ήσυχη ζωή, όμως όταν ξέσπασε ο πόλεμος τα άφησε όλα. Ζήτησε πρώτα να υπηρετήσει ως νοσοκόμα. Ύστερα θέλησε να βρεθεί στο μέτωπο. Και όταν ούτε αυτό της ήταν αρκετό, ζήτησε το δυσκολότερο απ’ όλα, να σταλεί πίσω από τις γραμμές του εχθρού.
Τα πρώτα χρόνια και η διαμόρφωση της προσωπικότητάς της
Γεννήθηκε στην Οδησσό το 1907. Ήταν κόρη του γιατρού Φιλοποίμενα Στεφανίδη, Πόντιου με έντονη πατριωτική και πολεμική δράση. Ο πατέρας της δεν ήταν απλώς μορφωμένος. Ανήκε σε εκείνους τους ανθρώπους που άφηναν στην άκρη σπουδές, επαγγελματική ασφάλεια και προσωπική άνεση για να προσφέρουν εθελοντικά στην Ελλάδα, από πόλεμο σε πόλεμο. Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε και η Σόνια. Από νωρίς έμαθε να βλέπει την πατρίδα όχι σαν λόγια αλλά σαν πράξη.
Η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα όταν εκείνη ήταν ακόμη παιδί. Η οριστική εγκατάσταση έγινε στην Κρήτη το 1923. Ως τότε η ζωή της δεν είχε ακολουθήσει τη συνηθισμένη διαδρομή ενός παιδιού που πηγαίνει καθημερινά σχολείο. Διδάχθηκε στο σπίτι, έδωσε εξετάσεις και πήρε απολυτήριο στο Ηράκλειο. Ήξερε ήδη γαλλικά και γερμανικά, και το 1924 στάλθηκε για έναν χρόνο στη Γαλλία ώστε να βελτιώσει τα γαλλικά της. Αυτή η λεπτομέρεια δείχνει μικρή μόνο στην αρχή. Αργότερα οι γλώσσες θα την έκαναν πολύτιμη σε μυστικές αποστολές.
Στις αρχές του 1927 έφυγε από την Κρήτη και πήγε στην Αθήνα. Είχε περάσει έναν σύντομο και άτυχο γάμο, όμως δεν έμεινε εκεί. Έδωσε εξετάσεις στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, πέτυχε και διορίστηκε στη Διεύθυνση Γενικής Στατιστικής. Από τα υπηρεσιακά της έγγραφα φαίνεται πως ήταν εξαιρετική υπάλληλος. Τίποτα τότε δεν προμήνυε ότι αυτή η γυναίκα θα γινόταν αργότερα κομάντο, κατάσκοπος και η πρώτη Ελληνίδα που θα πραγματοποιούσε πολεμικό άλμα.
Από το Δημόσιο στο μέτωπο του πολέμου
Όταν ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, δεν έμεινε πίσω από το γραφείο της. Ζήτησε η ίδια να προσφέρει. Κατατάχθηκε εθελοντικά στον Ερυθρό Σταυρό, εκπαιδεύτηκε στο 4ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο και λίγο αργότερα πίεσε ξανά για να βρεθεί πιο κοντά στη μάχη. Ήθελε να πάει στην πρώτη γραμμή. Η μετάθεσή της εγκρίθηκε και τον Απρίλιο του 1941 παρουσιάστηκε στο 1ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων.
Εκεί αντίκρισε τον πόλεμο όπως ήταν, χωρίς καμία απόσταση. Βομβαρδισμοί, τραυματίες, κατεστραμμένα νοσοκομεία, γιατροί και νοσοκόμες να τρέχουν μέσα στον πανικό για να σώσουν όσους προλάβαιναν. Σε έναν από τους σφοδρούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς του νοσοκομείου σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν δεκάδες άνθρωποι. Η Στεφανίδου έμεινε στη θέση της και βοήθησε μέσα στο χάος. Η στάση της προτάθηκε για ηθική αμοιβή, όμως οι εξελίξεις του πολέμου δεν άφησαν περιθώριο να προχωρήσει τότε η διαδικασία.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε στην Αθήνα. Υπάρχει μια φράση της που λέει σχεδόν τα πάντα για την ψυχολογία της. Η θέα της ναζιστικής σημαίας πάνω στην Ακρόπολη, έγραφε, θανατώνει την ψυχή μου. Δεν άντεχε την ιδέα της κατοχής. Έτσι πήρε μια απόφαση που τότε ήταν σχεδόν ταυτόσημη με κίνδυνο ζωής. Να φύγει από τη σκλαβωμένη Ελλάδα και να φτάσει στη Μέση Ανατολή, εκεί όπου βρισκόταν η ελληνική κυβέρνηση και ανασυγκροτούνταν ελληνικές δυνάμεις.
Η πρώτη προσπάθεια δεν εξελίχθηκε όπως ήθελε. Μετά τη φυγή προς τη Σάμο και μια αποτυχημένη απόπειρα αποβίβασης στην Τουρκία, η ομάδα της έπεσε πάνω στους Ιταλούς. Τους απείλησαν πως αν τους ξανάβρισκαν θα τους εκτελούσαν. Η Σόνια γλίτωσε, γύρισε στα βουνά και έζησε για μέρες κυνηγημένη, χωρίς κανονικό φαγητό και χωρίς ασφάλεια. Τελικά έφτασε στο Κουσάντασι, πέρασε από την Κύπρο, πήγε στη Χάιφα και ύστερα από μήνες έφτασε στη νέα της βάση. Είχε φύγει από τον Πειραιά στις 9 Νοεμβρίου 1941 και έφτασε στη Χάιφα στις 2 Φεβρουαρίου 1942. Το ταξίδι της κράτησε σχεδόν τρεις μήνες.
Η εκπαίδευση στις μυστικές υπηρεσίες και το αλεξίπτωτο
Στη Μέση Ανατολή δεν μπήκε αμέσως στις ειδικές αποστολές. Υπηρέτησε πρώτα ως προϊσταμένη νοσοκόμα σε στρατιωτικά νοσοκομεία της Αλεξάνδρειας και της Χεντέρας στην Παλαιστίνη. Θα μπορούσε να μείνει εκεί. Είχε εμπειρία, είχε θέση, ήταν χρήσιμη. Εκείνη όμως ξαναπήγε στην κυβέρνηση και ζήτησε να διατεθεί σε καταδρομική υπηρεσία γιατί, όπως έγραφε στο ημερολόγιό της, ποθούσε να υπηρετήσει την Ελλάδα πιο ζωντανά και πιο αποτελεσματικά.
Το αίτημά της εγκρίθηκε. Στάλθηκε στη βρετανική μυστική υπηρεσία ISLD, μια υπηρεσία συνδέσμου πληροφοριών που οργάνωνε ειδικές αποστολές. Στο όρος Κάρμηλος, κοντά στη Χάιφα, εκπαιδεύτηκε στη συλλογή πληροφοριών, στις αναφορές, στους κώδικες και στην κρυπτογράφηση. Έπειτα πήγε σε σχολείο αλεξιπτωτιστών της RAF, της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας. Η εκπαίδευση ήταν σκληρή ακόμη και για έμπειρους άντρες. Η Σόνια όχι μόνο την άντεξε αλλά ξεχώρισε. Μετά από πέντε άλματα, τέσσερα ημερήσια και ένα νυχτερινό, πήρε στις 23 Ιουνίου 1943 το πτυχίο της. Ο Βρετανός εκπαιδευτής της έγραψε ότι η επίδοσή της ήταν υψηλού επιπέδου.
Έτσι έγινε η πρώτη και μοναδική Ελληνίδα αλεξιπτωτίστρια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως δεν έμεινε μόνο στον τίτλο και στην τιμή. Πέρασε αμέσως στη δράση.
Το πολεμικό άλμα στη Φλώρινα και η μυστική δράση στην κατεχόμενη Ελλάδα
Το βράδυ της 1ης Ιουλίου 1943 επιβιβάστηκε σε βρετανικό αεροπλάνο τύπου Χάλιφαξ μαζί με μια μικρή συμμαχική ομάδα. Ήταν η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε άντρες κομάντο. Το αεροπλάνο απογειώθηκε από τη Ντέρνα της Λιβύης και πέταξε προς τη Βόρεια Ελλάδα. Λίγες ώρες αργότερα, μέσα στο σκοτάδι, η Στεφανίδου πήδηξε πρώτη από την έξοδο του αεροσκάφους και προσγειώθηκε κοντά στη Φλώρινα. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, η ώρα ήταν περίπου 2 και 10 τα ξημερώματα. Εκείνη τη στιγμή μια Ελληνίδα δημόσια υπάλληλος είχε γίνει πια πολεμική αλεξιπτωτίστρια μέσα στην κατεχόμενη πατρίδα της.
Ο ρόλος της δεν ήταν ούτε διακοσμητικός ούτε βοηθητικός. Ήταν κεντρικός. Η ομάδα είχε αποστολή να κινείται κατά μήκος της Πίνδου, να συλλέγει πληροφορίες για τα στρατεύματα κατοχής και να τις στέλνει κρυπτογραφημένες στη Μέση Ανατολή. Η Σόνια ήταν πολύτιμη επειδή ήξερε γλώσσες και μπορούσε να καταλαβαίνει πρόσωπα, διαλόγους και κινήσεις. Δεν έμενε κρυμμένη σε κάποια σπηλιά. Κατέβαινε στα χωριά μεταμφιεσμένη.
Άλλοτε ντυνόταν χωρική, άλλοτε καθαρίστρια και άλλοτε ζητιάνα. Περνούσε μέσα από κατοικημένους τόπους με άμεσο κίνδυνο να συλληφθεί ως κατάσκοπος, κάτι που τότε σχεδόν σήμαινε θάνατο. Για να στήσει δίκτυο πληροφόρησης, χρησιμοποιούσε και μικρά αγόρια από τα χωριά, παιδιά 12 έως 16 ετών, που μπορούσαν να παρατηρούν χωρίς να κινούν εύκολα υποψίες. Η εικόνα είναι δυνατή. Μια γυναίκα μεταμφιεσμένη, στα βουνά της κατεχόμενης Μακεδονίας, να μαζεύει ειδήσεις για τους Γερμανούς με βοηθούς παιδιά.
Για περίπου δύο μήνες η ομάδα κινήθηκε σε χωριά και περάσματα της Πίνδου. Η Στεφανίδου πέρασε από δεκάδες τόπους, περπάτησε σε δύσβατες διαδρομές και έφτασε ως τη Θεσσαλία. Σε μία από αυτές τις φάσεις βοήθησε και στην κατασκευή ενός μυστικού αυτοσχέδιου αεροδρομίου σε ελεύθερο χώρο της υπαίθρου, ώστε να μπορούν να προσγειώνονται συμμαχικά αεροπλάνα για παραλαβές και ανεφοδιασμό. Ακούγεται απίστευτο, όμως δείχνει πόσο πρακτική και σύνθετη ήταν η αποστολή της. Δεν συνέλεγε μόνο πληροφορίες. Βοηθούσε και να στηθούν οι όροι για να λειτουργήσει όλο το δίκτυο.
Ύστερα ήρθε η πιο σκοτεινή στιγμή. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1943 η ομάδα της συνελήφθη από τους Γερμανούς. Ακολούθησε σκληρή ανάκριση και, σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις, είχε αποφασιστεί η εκτέλεσή τους το επόμενο πρωί. Κι όμως, λίγο πριν ξημερώσει, ένας Γερμανός στρατιώτης άνοιξε την πόρτα του χώρου όπου κρατούνταν και τους έδειξε τον δρόμο για να φύγουν. Είναι ένα από τα πιο παράξενα επεισόδια της ιστορίας της. Δεν εξηγήθηκε ποτέ πλήρως. Το μόνο βέβαιο είναι πως η Σόνια σώθηκε, ξαναβγήκε στο βουνό και δεν λύγισε.
Μετά τη διαφυγή κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλία, σε περιοχή κοντά στην Καλαμπάκα. Από εκεί συνέχισε να κινείται ώσπου τον Δεκέμβριο του 1943 επιβιβάστηκε σε βρετανικό μεταγωγικό που την έβγαλε στη Βεγγάζη και ύστερα πίσω στο Κάιρο. Έφυγε με βαριά καρδιά, γιατί άφηνε πίσω της μια Ελλάδα που παρέμενε σκλαβωμένη.
Η επιστροφή, οι διακρίσεις και η υστεροφημία της Σόνιας Στεφανίδου

Στο Κάιρο δεν έμεινε ούτε στιγμή αδρανής. Κατατάχθηκε στο Ελληνικό Εθελοντικό Γυναικείο Σώμα και υπηρέτησε με βαθμό αντίστοιχο του ανθυπολοχαγού. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο γραφείο του πρωθυπουργού. Πάνω στη στολή της φορούσε τις πτέρυγες του αλεξιπτωτιστή, και μόνο αυτή η εικόνα προκαλούσε εντύπωση σε Έλληνες και συμμάχους. Για γυναίκα εκείνων των χρόνων, κάτι τέτοιο έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο.
Μέσα στο 1944 στάλθηκε και σε μυστική αποστολή στην Κρήτη. Εδώ τα στοιχεία είναι λιγότερα και γι’ αυτό ακριβώς η υπόθεση έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Οι πιο αξιόπιστες αναφορές λένε πως λειτούργησε ως σύνδεσμος, πιθανότατα μεταφέροντας εντολές, έγγραφα ή χρήματα σε ανθρώπους της Αντίστασης. Το όνομα του Μανώλη Μπαντουβά εμφανίζεται στις σχετικές αναφορές. Η ακριβής φύση της αποστολής δεν έχει φωτιστεί πλήρως, κι αυτό αφήνει γύρω από τη Στεφανίδου μια αληθινή αίσθηση μυστικότητας, όχι έναν εύκολο μύθο.
Όταν η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση επέστρεψε στην ελεύθερη Ελλάδα, επέστρεψε και εκείνη. Έφτασε στον Πειραιά στις 22 Οκτωβρίου 1944. Είχε περάσει από νοσοκομεία, βουνά, μυστικές υπηρεσίες, εκπαίδευση της RAF, πολεμικό άλμα, μεταμφιέσεις, σύλληψη και απόδραση. Κι όμως, από όσα την πλήγωσαν περισσότερο, δεν ήταν ο κίνδυνος αλλά η μη πλήρης αναγνώριση της δράσης της. Υπήρξε επίσημη πρόταση να της επιτραπεί να φέρει τα διακριτικά του βαθμού της ως ηθική αναγνώριση της εξαιρετικής τόλμης της, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Αυτή η πίκρα έμεινε μαζί της για χρόνια.
Παρά την πίκρα, δεν σταμάτησε να υπηρετεί. Μετά τον πόλεμο συνέχισε στο Δημόσιο, στο Υπουργείο Εξωτερικών, και συνταξιοδοτήθηκε το 1967 ύστερα από τέσσερις δεκαετίες υπηρεσίας. Για τη συνολική δράση της τιμήθηκε με σημαντικές διακρίσεις, ανάμεσά τους το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, το ανώτατο πολεμικό μετάλλιο για πράξεις ηρωισμού, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για γυναίκα εκείνης της εποχής.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα έζησε ήσυχα, χωρίς θόρυβο. Έμεινε σεμνή, σχεδόν αφανής, σαν να μην ήθελε να σταθεί πάνω από την ίδια της την ιστορία. Στην τελευταία της επιθυμία είχε ζητήσει να ταφεί με τη στρατιωτική στολή και τα παράσημά της. Πέθανε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 1990, σε ηλικία 83 ετών. Άφησε πίσω της κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν ηρωικό τίτλο. Άφησε το σπάνιο παράδειγμα μιας γυναίκας που δεν περίμενε άδεια από την εποχή της για να κάνει αυτό που έμοιαζε αδύνατο.
Δείτε το αφιέρωμα απο την εκπομπή : Με Αρετή Και Τόλμη