Σώθηκαν από το Ολοκαύτωμα αλλά πέθαναν αμέσως μετά επειδή έφαγαν
Επέζησαν από τα ναζιστικά στρατόπεδα και πέθαναν από ένα κομμάτι ψωμί.
Ήταν Απρίλιος του 1945 όταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άρχισαν να ανοίγουν. Οι συμμαχικές δυνάμεις προχωρούσαν προς το εσωτερικό της κατεχόμενης Ευρώπης και μαζί τους ερχόταν η ελευθερία για εκατοντάδες χιλιάδες κρατουμένους. Στα στρατόπεδα του θανάτου, η φρίκη είχε ήδη αφήσει ανεξίτηλα σημάδια: κορμιά στοιβαγμένα, βλέμματα χαμένα, σκελετωμένα πρόσωπα που δεν έμοιαζαν πια ανθρώπινα. Κι όμως, για κάποιους, ο εφιάλτης δεν τελείωσε όταν άνοιξαν οι πόρτες. Για πολλούς, ο θάνατος ήρθε όχι από τους ναζί, αλλά από ένα κομμάτι ψωμί.
Οι περισσότεροι από τους επιζώντες είχαν περάσει μήνες ή και χρόνια σε κατάσταση ακραίου λιμού. Οι οργανισμοί τους βρίσκονταν στα όρια της κατάρρευσης. Όταν οι απελευθερωτές, συγκλονισμένοι από αυτά που έβλεπαν, άρχισαν να τους προσφέρουν τρόφιμα – σοκολάτες, κονσέρβες, ψωμί, γάλα – πίστευαν ότι τους έδιναν ζωή. Αλλά σε χιλιάδες περιπτώσεις, έδωσαν αθέλητα τον τελευταίο τους χτύπο.
Το φαινόμενο λέγεται σύνδρομο επανασίτισης (Refeeding Syndrome) και είναι μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση που μπορεί να προκύψει όταν ένα άτομο που βρίσκεται σε παρατεταμένη ασιτία αρχίζει ξαφνικά να δέχεται τροφή. Ο οργανισμός, που είχε συνηθίσει να λειτουργεί στο απόλυτο ελάχιστο, ξαφνικά δέχεται γλυκόζη, ηλεκτρολύτες και θρεπτικά συστατικά που δεν μπορεί να επεξεργαστεί. Τα επίπεδα φωσφόρου, καλίου και μαγνησίου καταρρέουν. Η καρδιά εξαντλείται. Το σώμα, αδύναμο να προσαρμοστεί, σταματά. Ο θάνατος είναι ταχύς.
Στο στρατόπεδο του Bergen-Belsen, μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι συμμαχικές δυνάμεις βρήκαν πάνω από 60.000 επιζώντες σε απερίγραπτη κατάσταση. Όταν άρχισαν να τους ταΐζουν – από αγάπη, οίκτο, ενοχή – πολλοί πέθαναν μέσα σε ώρες ή μέρες. Οι αριθμοί είναι συγκλονιστικοί: τουλάχιστον 14.000 άνθρωποι φέρεται να πέθαναν μετά την απελευθέρωση, όχι από τα βασανιστήρια των ναζί, αλλά από τις επιπλοκές του συνδρόμου επανασίτισης. Όχι επειδή δεν τους δόθηκε φαγητό, αλλά επειδή τους δόθηκε πολύ και απότομα.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν επιβιώσει από τα αδιανόητα: ξυλοδαρμούς, δουλεία, βασανιστήρια, παγωμένα βράδια χωρίς κουβέρτα, στρατόπεδα-κολαστήρια χωρίς φάρμακα, δίχως νερό. Και όμως, ο θάνατός τους ήρθε όταν η σωτηρία είχε φτάσει. Κανείς τότε δεν γνώριζε επιστημονικά τη φυσιολογία της ασιτίας. Κανείς δεν φανταζόταν ότι ένα μπισκότο μπορούσε να σκοτώσει. Οι γιατροί και οι στρατιώτες ενεργούσαν με βάση το ένστικτο και τη συμπόνια. Αλλά η ανθρώπινη βιολογία είχε τους δικούς της κανόνες.
Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε ένα από τα πιο σιωπηλά δράματα της μεταπολεμικής περιόδου. Δεν αναφέρεται συχνά. Ίσως γιατί είναι δύσκολο να διαχειριστείς την ιδέα ότι η βοήθεια σκότωσε. Ίσως γιατί η μνήμη θέλει να κρατήσει τον πόνο στον εχθρό και όχι στον ελευθερωτή. Όμως για τις οικογένειες εκείνων που έζησαν τη φρίκη του Άουσβιτς ή του Νταχάου και πέθαναν από το γάλα που ήπιαν στο πρώτο πρωινό της ελευθερίας τους, η σιωπή δεν είναι επιλογή.
Η επιστήμη σήμερα γνωρίζει πολύ περισσότερα για το Refeeding Syndrome. Είναι πλέον βασική γνώση για όσους εργάζονται με υποσιτισμένους πληθυσμούς: κρατούμενους, πρόσφυγες, θύματα λιμού. Αλλά το μάθημα δόθηκε με αίμα. Και για κάθε άνθρωπο που πέθανε επειδή το σώμα του δεν άντεξε τη μετάβαση από το τίποτα στο κάτι, από την πείνα στην ελπίδα, η ιστορία οφείλει να θυμάται.