Στα 14 ζωγράφισε τον πρώτο του πίνακα χωρίς να ξέρει πόσο σημαντικός ήταν για την Ελλάδα
Στα 14 του, ο Κωνσταντίνος Παρθένης δημιούργησε τον πρώτο του γνωστό πίνακα, χωρίς να ξέρει ότι θα γινόταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους.
Ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ένας από τους θεμελιωτές της ελληνικής ζωγραφικής του 20ού αιώνα, ήταν ένα παιδί που κρατούσε το πινέλο όπως άλλοι κρατούν ένα κομμάτι της ψυχής τους. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια το 1878, σε μια πόλη γεμάτη ιστορία, πολιτισμούς και χρώματα, δεν φανταζόταν ότι κάποτε το όνομά του θα γραφόταν στις σελίδες της ελληνικής τέχνης.
Από μικρός έδειξε μια σχεδόν μυστική αφοσίωση στη ζωγραφική. Δεν ήταν ένα παιδί που έτρεχε στις αλάνες. Καθόταν με τις ώρες και παρατηρούσε τις σκιές, τα πρόσωπα, το φως που χόρευε στις πέτρες και τις αγορές της Αλεξάνδρειας. Και κάπως έτσι, στα 14 του χρόνια, δημιούργησε τον πρώτο γνωστό του πίνακα, χωρίς να ξέρει ότι αυτή θα ήταν η αρχή μιας καλλιτεχνικής πορείας που θα άλλαζε το ελληνικό εικαστικό τοπίο.
Ο νεαρός Παρθένης μεγάλωνε σε μια εποχή που η τέχνη στην Ελλάδα βρισκόταν σε αυστηρά ακαδημαϊκά πλαίσια. Οι ρομαντικές και ρεαλιστικές σχολές κυριαρχούσαν και κάθε προσπάθεια ανανέωσης θεωρούνταν αδιανόητη. Όμως, εκείνος δεν ακολούθησε κανέναν δρόμο που δεν τον εξέφραζε. Έφυγε για τη Βιέννη, σπούδασε κοντά σε πρωτοποριακούς καλλιτέχνες και άρχισε να διαμορφώνει ένα ύφος που έμοιαζε να προέρχεται από έναν κόσμο φωτός και μουσικής.
Όταν τελικά επέστρεψε στην Ελλάδα, το ταλέντο του δεν έγινε αμέσως αποδεκτό. Αντί να τον αγκαλιάσουν, οι καλλιτεχνικοί κύκλοι τον αντιμετώπισαν με καχυποψία. Η ζωγραφική του ήταν πολύ τολμηρή, πολύ διαφορετική, πολύ μπροστά από την εποχή της. Όμως, εκείνος, όπως όταν ήταν παιδί και ζωγράφιζε τον πρώτο του πίνακα, δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή. Δημιούργησε, αγωνίστηκε, δίδαξε και, τελικά, άλλαξε για πάντα την ελληνική τέχνη.
Σήμερα, τα έργα του Παρθένη κοσμούν τις πιο σημαντικές συλλογές, ενώ οι πίνακές του πωλούνται σε δημοπρασίες έναντι τεράστιων ποσών. Όμως, η πραγματική του κληρονομιά δεν είναι τα νούμερα. Είναι η αίσθηση που αφήνουν τα έργα του: αυτή η απόλυτη ηρεμία, το φως, η διαφάνεια και η λεπτότητα που μοιάζει να φέρνει την Ελλάδα πιο κοντά στο όνειρο.