Τι απέδειξε ο Αριστοτέλης με ένα ξύλο που ζεσταίνεται;
Το ξύλο δεν κινήθηκε, κι όμως άλλαξε. Ο Αριστοτέλης το πήρε αυτό το παράδειγμα και το έκανε φιλοσοφική απόδειξη.
Το ξύλο είναι ακίνητο. Βρίσκεται στη θέση του, δεν περπατά, δεν μετακινείται. Κι όμως, αλλάζει. Όταν το πλησιάζει η φωτιά, ζεσταίνεται. Κι αυτό, για τον Αριστοτέλη, δεν ήταν απλώς μια παρατήρηση της καθημερινότητας. Ήταν ένα φιλοσοφικό εργαλείο. Γιατί αυτό το ξύλο που αλλάζει χωρίς να κινείται, του απέδειξε ότι η αλλαγή και η κίνηση δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ο Αριστοτέλης αφιερώνει μεγάλο μέρος του πέμπτου βιβλίου των «Φυσικών» του στο να ξεκαθαρίσει μια σύγχυση που κρατούσε από παλιά: είναι κάθε αλλαγή κίνηση; Κάθε τι που αλλάζει, μετακινείται; Όχι. Και το απέδειξε με τον πιο ήσυχο τρόπο: με τη θέρμανση του ξύλου.
Η θερμότητα που διαπερνά το ξύλο το κάνει να αλλάξει κατάσταση — από ψυχρό γίνεται θερμό. Όμως δεν αλλάζει θέση, ούτε μέγεθος, ούτε μορφή. Το ξύλο μεταβάλλεται στην ποιότητά του, όχι στον χώρο του. Αυτή είναι μια “ποιοτική μεταβολή”, ένα από τα τρία είδη αλλαγής που ξεχωρίζει ο φιλόσοφος. Τα άλλα δύο είναι η ποσοτική (όταν κάτι μεγαλώνει ή μικραίνει) και η τοπική (όταν κάτι αλλάζει τόπο).
Κάθε πραγματική κίνηση, λέει, πρέπει να έχει ένα σημείο εκκίνησης και ένα σημείο κατάληξης, κάτι από όπου φεύγει και κάτι προς το οποίο πάει. Αν το ξύλο δεν πάει πουθενά, αλλάζει —αλλά δεν κινείται. Έτσι γεννιέται η διάκριση ανάμεσα σε κίνηση και αλλαγή. Είναι θεμελιώδης. Γιατί η φύση δεν αποτελείται μόνο από πράγματα που μετακινούνται. Αλλά και από πράγματα που αλλάζουν εσωτερικά.
Ο Αριστοτέλης πάει κι ένα βήμα παραπέρα. Όταν μια αλλαγή γίνεται “κατά συμβεβηκός”, δηλαδή συμβαίνει έμμεσα, επειδή άλλαξε κάτι άλλο, τότε ούτε καν αυτό θεωρείται πραγματική αλλαγή. Αν ένας άνθρωπος γίνεται σοφός επειδή συνοδεύει έναν φιλόσοφο, η σοφία του δεν είναι ουσιώδης αλλαγή — είναι παραπλεύρως κτηθείσα. Όπως και η φήμη που “ταξιδεύει στην Αθήνα” επειδή ταξίδεψε ο φημισμένος.
Το ξύλο, λοιπόν, έγινε το εργαλείο μιας θεμελιώδους διάκρισης. Δεν χρειάστηκε να τρέξει, να κουνηθεί ή να φωνάξει. Αρκούσε που ζεστάθηκε. Αυτή η σιωπηλή μεταβολή αποκάλυψε στον Αριστοτέλη ότι η ουσία των πραγμάτων δεν βρίσκεται στην κίνηση, αλλά στην προοπτική της αλλαγής. Όχι στο πού βρίσκονται, αλλά στο πώς μπορούν να γίνουν κάτι άλλο.