Την αγαπούσαν τόσο, που έσερναν με τα χέρια τις άμαξές της στους δρόμους της Αθήνας. Πέθανε ξεχασμένη από όλους.
Έπαιξε Μήδεια, Άμλετ και Τόσκα. Την αγαπούσαν τόσο, που έσερναν τις άμαξές της στους δρόμους. Όταν πέθανε, δεν την θυμόταν κανείς.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, το θέατρο στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς διασκέδαση. Ήταν έκφραση, ήταν σύγκρουση, ήταν τρόπος να πάρεις θέση. Και πάνω από τη σκηνή, πιο ψηλά κι απ’ τον προβολέα, στεκόταν η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου. Η πρώτη μεγάλη “κυρία” του ελληνικού θεάτρου. Η γυναίκα που για χάρη της, το κοινό έπαψε να είναι θεατές και έγινε παρέλαση.
Γεννήθηκε το 1865, πιθανόν στη Χίο, ίσως στην Κρήτη ή την Κωνσταντινούπολη. Ακόμα κι η καταγωγή της μοιάζει βγαλμένη από ρόλο. Ανέβηκε στη σκηνή πρώτη φορά το 1881. Τότε το ελληνικό θέατρο δεν είχε σταρ – είχε φωνές, σκιές και υπομονή. Η Παρασκευοπούλου ήρθε να τα αλλάξει όλα αυτά.
Έπαιξε την «Κυρία με τας Καμελίας», τη «Φαύστα», την «Αδριανή Λεκουβρέρ», τη «Μήδεια» και την «Τόσκα». Έπαιξε και τον Άμλετ – έναν ρόλο που τότε δεν τολμούσαν καν να φανταστούν γυναίκες ηθοποιοί. Το κοινό την λάτρεψε. Η παρουσία της στη σκηνή δεν σήκωνε δεύτερες ματιές: είχε κάτι ανάμεσα σε τραγική καθαρότητα και ζωντανή απελπισία. Οι εφημερίδες την αποκαλούσαν «η Ελληνίς Σάρα Μπερνάρ».
Αλλά εκεί που το πάθος ξέφυγε απ’ τη σκηνή, ήταν το 1893. Το έργο ήταν η «Φαύστα» του Βερναδάκη. Ο συγγραφέας επέλεξε για την πρεμιέρα τη μεγάλη της αντίπαλο, την Αικατερίνη Βερώνη. Το κοινό χωρίστηκε. Οι “Παρασκευοπουλιστές” και οι “Βερωνιστές” έκαναν πορείες, όχι αστεία. Έβγαλαν τους ίππους από τις άμαξες των ηθοποιών και τις έσερναν με τα χέρια στους δρόμους της Αθήνας.
Το θέατρο είχε μετατραπεί σε αρένα. Οι παράλληλες παραστάσεις ανέβηκαν σε διαφορετικά θέατρα την ίδια νύχτα. Και όταν τελείωσαν, οι θαυμαστές των δύο γυναικών συναντήθηκαν στην Ομόνοια. Δεν αντάλλαξαν χειροκροτήματα. Αντάλλαξαν μπαστούνια, κραυγές, σπρωξίματα. Ήταν η πρώτη “συμπλοκή φανς” στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.
Η Ευαγγελία συνέχισε. Το 1904 ερμήνευσε την “Κοντέσσα Βαλέραινα” με τον θίασο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Ήταν ίσως το κύκνειο άσμα της. Σταδιακά άρχισε να αποσύρεται. Μετά το 1910 έπαιζε σποραδικά. Το 1915 εμφανίστηκε ως Τρισεύγενη στο έργο του Παλαμά. Μετά… σιωπή.
Όταν πέθανε το 1938, κανείς σχεδόν δεν την θυμόταν. Δεν υπήρχαν πλέον άμαξες για να τις τραβούν οι θαυμαστές, ούτε χειροκροτήματα που διαρκούν τρία λεπτά. Υπήρχε μόνο η σκιά μιας γυναίκας που κουβαλούσε τη θεατρική Ελλάδα στις φωνητικές της χορδές.
Πέρασαν δεκαετίες. Ώσπου ο Μάνος Ελευθερίου, με τη γνωστή του εμμονή στο ξεχασμένο, εμπνεύστηκε από τη ζωή της το μυθιστόρημα «Ο καιρός των χρυσανθέμων» και της χάρισε ξανά τη θέση που της αξίζει. Όχι σε θέατρο. Στη μνήμη.
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου έζησε σε μια εποχή που η Ελλάδα ήταν φωνή, πάθος και χειροκρότημα. Και έγινε εκείνη που το θέατρο δεν την ξέχασε ποτέ πραγματικά. Μόνο η εποχή της το έκανε.