Την έκαψαν ζωντανή οι Τούρκοι. Η γυναίκα που πάλεψε με πειρατές πριν πολεμήσει στην Επανάσταση
Την φώναζαν Γαλαξιδιώτισσα. Μεγάλωσε σε πλοίο και πάλεψε με πειρατές.
Την φώναζαν Γαλαξιδιώτισσα. Το όνομά της ήταν Μαρία Αθανασοπούλου, αλλά το Γαλαξίδι την είχε ήδη υιοθετήσει πριν καν φτάσει η ώρα της Επανάστασης. Γεννημένη σε ναυτική οικογένεια, με καταγωγή από την Πελοπόννησο, μεγάλωσε πάνω σε ιστιοφόρο, μέσα στο αλάτι, στο σχοινί και στο ξύλο. Δεν ήταν σπάνιο τότε για τα παιδιά των ναυτικών να ταξιδεύουν με το πλήρωμα. Όμως η Μαρία δεν παρατηρούσε απλώς. Έμαθε να κρατά το πηδάλιο, να φορτώνει, να ξεφορτώνει και —όταν χρειάστηκε— να αντιστέκεται.
Οι πειρατές ήταν τότε καθημερινός κίνδυνος. Η Μεσόγειος δεν είχε ειρήνη. Οι μάχες δεν γίνονταν μόνο μεταξύ στόλων, αλλά και ανάμεσα σε ένα ιστιοφόρο φορτωμένο ξυλεία και ένα πειρατικό που πλησίαζε στα σιωπηλά. Η Μαρία δεν έμεινε πίσω όταν έγινε η σύγκρουση. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, είχε ήδη πολεμήσει από μικρή, δίπλα στον πατέρα της, πλάι στο πλήρωμα, πριν καν φτάσει η ώρα να ξεσηκωθεί το έθνος.
Κι όταν η ώρα ήρθε, εκείνη δεν κρύφτηκε. Δεν έμεινε πίσω να μαγειρεύει ή να περιθάλπει. Πήρε μέρος στον Αγώνα. Έμπαινε σε πλοία, μετείχε σε ναυμαχίες, έκανε ό,τι έκανε και πριν —μόνο που τώρα δεν κινδύνευαν ξυλεία και εμπόρευμα. Κινδύνευε η ίδια η ζωή της, για κάτι πολύ μεγαλύτερο. Για μια ιδέα που τότε ακόμα δεν είχε σχήμα, ούτε σύνταγμα, μόνο φωτιά.
Η αιχμαλωσία της ήταν προδιαγεγραμμένη. Όχι γιατί ήταν αδύναμη, αλλά γιατί ήταν μπροστά. Σε μια από τις επιθέσεις, οι Τούρκοι την έπιασαν. Δεν την σεβάστηκαν. Την βασάνισαν. Ίσως για να εκδικηθούν, ίσως για να φοβίσουν τις υπόλοιπες. Μαζί με άλλες γυναίκες, λένε οι ιστορίες, την έκαψαν ζωντανή. Δεν την εκτέλεσαν με σπαθί. Την έκλεισαν σε αποθήκη ή σπίτι και του έβαλαν φωτιά. Και εκείνη δεν φώναξε. Έμεινε ως το τέλος η ίδια Γαλαξιδιώτισσα που στεκόταν όρθια μπροστά στους πειρατές.
Το Γαλαξίδι θυμάται. Δεν έχει άγαλμα, ούτε λεωφόρο. Ίσως μόνο κάποιες παλιές αφηγήσεις, ένα βλέμμα στους ουρανούς όταν φυσάει δυνατός νοτιάς. Η Μαρία Αθανασοπούλου δεν έγραψε επιστολές, ούτε πέρασε στα επίσημα αρχεία. Πέρασε όμως στα χέρια της φωτιάς. Και έμεινε εκεί, να φωτίζει κάτι που δεν έμαθε ποτέ να διεκδικεί δόξα. Μόνο να μάχεται.