Την έλεγαν η Σφίγγα της Αθήνας. Όλοι οι διπλωμάτες της Ευρώπης περνούσαν από το σαλόνι της.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Έζησε για τον αδελφό της και για την Ελλάδα. Όταν εκείνος πέθανε, κλείστηκε για πάντα στο σπίτι. Και όμως, την έλεγαν «Σφίγγα» γιατί κανείς δεν την κατάλαβε ποτέ.
Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1838, σε σπίτι που μύριζε διπλωματία, αρχοντιά και χάρτες. Ήταν κόρη του Σπυρίδωνα Τρικούπη, πρέσβη της Ελλάδας στο Ηνωμένο Βασίλειο, και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου. Μεγάλωσε ανάμεσα σε βιβλιοθήκες γεμάτες γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά έργα, και δείπνα με λόγιους, λόρδους και φιλέλληνες. Η μικρή Σοφία δεν φώναξε ποτέ, δεν απαίτησε τίποτα, αλλά έμαθε να παρατηρεί. Να αναλύει. Να κρατά σημειώσεις μόνο με το βλέμμα.
Όταν οι γονείς της πέθαναν, γύρισε στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, ο αδελφός της Χαρίλαος ξεκινούσε να γίνει αυτό που έμελλε να είναι: ο άνθρωπος που θα άλλαζε για πάντα την πολιτική στη χώρα. Εκείνη έγινε σκιά του. Ήσυχη, ακριβής, σιδερένια. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Όχι από έλλειψη προτάσεων, αλλά από επιλογή. Ζούσε γι’ αυτόν, κι όταν δεν έγραφε επιστολές, προετοίμαζε δείπνα που μύριζαν λεμόνι, μέντα και διεθνή πολιτική.
Το σπίτι της στην Αθήνα έγινε ένας από τους πιο διάσημους χώρους της εποχής. Εκεί συνάντησε η Αθήνα το Παρίσι, η Αγγλία την Ελλάδα, οι πρέσβεις τον λαό. Περνούσαν από εκεί ο πρίγκιπας της Ουαλίας, ο γερμανός ακόλουθος, οι πιο αριστοκρατικές κυρίες της εποχής. Αλλά τίποτα δεν έδειχνε ποια ήταν στ’ αλήθεια εκείνη. Κανείς δεν την άκουσε να μιλά περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Την έλεγαν «η Σφίγγα της Αθήνας».
Όταν ο Χαρίλαος αρρώστησε, εκείνη τον συνόδευσε μέχρι τις Κάννες. Τον κράτησε από το χέρι, του έβρεχε τα χείλη με λεμονόνερο, και δεν απομακρύνθηκε ούτε ένα βράδυ. Πέθανε στην αγκαλιά της. Εκείνη γύρισε πίσω στην Αθήνα, χωρίς φωνές, χωρίς δάκρυα, και κλείστηκε στο σπίτι. Δεν ξαναμίλησε δημόσια. Δεν ξαναπαραβρέθηκε πουθενά. Δεν έκανε δήλωση. Έκλεισε την πόρτα. Για πάντα.
Το 1899, η κυβέρνηση Θεοτόκη πρότεινε να της αποδοθεί τιμητική σύνταξη. Μόλις 500 δραχμές. Όχι γιατί είχε ανάγκη, αλλά ως ένδειξη τιμής προς τον Χαρίλαο, μέσω της γυναίκας που τον κράτησε όρθιο. Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης αρνήθηκε. Είπε όχι. Γιατί; Γιατί η Σοφία δεν είχε κανέναν τίτλο. Δεν ήταν βουλευτής, δεν ήταν στρατηγός. Ήταν απλώς εκεί. Αλλά χωρίς αυτήν, τίποτα δεν θα είχε σταθεί όρθιο.
Πέθανε το 1916. Ήσυχα. Χωρίς πένθιμα άρθρα, χωρίς εμβατήρια. Σαν να είχε εξαφανιστεί. Μόνο που δεν εξαφανίστηκε. Οι διπλωμάτες της Ευρώπης που είχαν καθίσει στα βελούδινα σαλόνια της, οι άντρες που είχαν μιλήσει με τον Χαρίλαο έχοντας εκείνη παρούσα στη σκιά, οι γυναίκες που την έβλεπαν και δεν μπορούσαν να την αποκωδικοποιήσουν — όλοι είχαν να πουν κάτι γι’ αυτήν. Ήταν η γυναίκα που κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμόντουσαν. Η πιο δυνατή μορφή είναι αυτή που δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή. Η Σοφία Τρικούπη ήταν ακριβώς αυτό.