Την παρουσίαζαν επικίνδυνα ανδρική για να τη βγάλουν από τη μέση, ενοχλούσε την εξουσία της Ελλάδας
Δεν την πολέμησαν με όπλα, αλλά με λόγια. Την είπαν «ανδρική» και την απομόνωσαν, γιατί ενοχλούσε τους μηχανισμούς εξουσίας της Ελλάδας.
Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, η Μαντώ Μαυρογένους δεν ήταν απλώς μια γυναίκα με καταγωγή από αριστοκρατική φαναριώτικη οικογένεια και με τεράστια περιουσία. Ήταν μια πολιτική και στρατιωτική παρουσία που ξέφευγε από κάθε στερεότυπο. Έγραφε στα γαλλικά, μιλούσε στις ευρωπαϊκές αυλές, εξόπλιζε στρατό με δικά της έξοδα, οδηγούσε στρατιωτικά σώματα, σχεδίαζε επιχειρήσεις, έστελνε διπλωματικές επιστολές και διεκδικούσε ρόλο στον ίδιο τον μηχανισμό της Επανάστασης. Ήταν ανεξάρτητη, τολμηρή, αφοσιωμένη και —για τους κύκλους εξουσίας της εποχής— επικίνδυνη.
Η σχέση της με τον Δημήτριο Υψηλάντη δεν ήταν απλώς προσωπική. Ήταν συμβολική. Δύο πρόσωπα εκτός του ελεγχόμενου πλαισίου των κοτζαμπάσηδων, των φαναριωτών συμφερόντων και των πρώιμων ξενόφερτων φατριών. Ο αρραβώνας τους ενοχλούσε. Όχι γιατί δύο νέοι ερωτεύτηκαν, αλλά γιατί η ένωση τους απειλούσε να δημιουργήσει έναν πόλο εξουσίας που δεν ελεγχόταν από τους μηχανισμούς που είχαν αρχίσει ήδη να στήνονται. Η Ελλάδα, ακόμα και μέσα στον Αγώνα, είχε εξουσία. Και εκείνη την εξουσία, οι άνθρωποι σαν τη Μαντώ την ενοχλούσαν.
Ο Ιωάννης Κωλέττης, ανερχόμενος πολιτικός και χειριστής του παρασκηνίου, είχε κάθε λόγο να δει τη Μαυρογένους σαν εμπόδιο. Και το εμπόδιο αυτό έπρεπε να εξουδετερωθεί όχι με όπλα, αλλά με λόγια. Με διαδόσεις, υπαινιγμούς, στοχευμένες υπονομεύσεις. Η Μαντώ δεν ταίριαζε στο πρότυπο της Ελληνίδας που ήθελαν να παρουσιάσουν. Δεν ήταν σιωπηλή, δεν ήταν σκυμμένη, δεν ήταν υπό τον έλεγχο κανενός. Αυτή η αυτενέργεια τρομοκρατούσε. Και έτσι ξεκίνησε η σιωπηλή επίθεση στον χαρακτήρα της.
Την κατηγορούσαν ότι συμπεριφερόταν σαν άντρας. Ότι παρίστανε τη στρατηγό. Ότι δεν σεβόταν τα όρια του φύλου της. Ότι ήθελε να επιβληθεί, να κυριαρχήσει, να κάνει πολιτική. Η λέξη «ανδρική» μετατράπηκε σε προσβολή. Της προσέδιδαν χαρακτηριστικά που σε κάθε άντρα θα θεωρούνταν ανδρεία και τόλμη, αλλά σε εκείνη μεταφράζονταν σε θράσος, υπεροψία, και αλαζονεία. Δεν έχουμε καταγεγραμμένο ότι την αποκάλεσαν ακριβώς «ανδρογύναικο», αλλά αυτή ήταν η στόχευση. Να την παρουσιάσουν ως κάτι εκτός φύλου, εκτός πλαισίου, εκτός κανονικότητας. Να την κάνουν να φαίνεται επικίνδυνη όχι για τους Τούρκους, αλλά για τους δικούς της.
Ο Δημήτριος Υψηλάντης, παρότι την αγαπούσε και την εκτιμούσε, δεν άντεξε την πίεση. Ο Κωλέττης και οι γύρω του, με συνεχείς επεμβάσεις και διαβολές, κατάφεραν να διαλύσουν τον αρραβώνα. Η Μαντώ έμεινε μόνη, εκτεθειμένη, πληγωμένη. Δεν εγκατέλειψε τον Αγώνα, αλλά η πολιτική της πορεία τελείωσε χωρίς ποτέ να της δοθεί επίσημος ρόλος. Ούτε αποζημιώθηκε, ούτε τιμήθηκε όπως της άξιζε. Πέθανε φτωχή, στην Πάρο, μακριά από το επίσημο αφήγημα των “ηρωίδων” που χτίστηκε αργότερα.