Το idiot δεν σήμαινε βλάκας στην Αρχαία Ελλάδα, Σήμαινε κάτι χειρότερο
Ο ιδιώτης στην Αρχαία Αθήνα δεν ήταν χαζός – ήταν αυτός που δεν συμμετείχε στα κοινά.
Στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., η συμμετοχή στα κοινά δεν ήταν προνόμιο. Ήταν υποχρέωση. Ο πολίτης όφειλε να είναι παρών στην Εκκλησία του Δήμου, να ψηφίζει, να μιλά, να υπερασπίζεται την πόλη. Δεν ήταν μια ιδεολογική στάση. Ήταν ορισμός της δημοκρατίας. Όποιος δεν το έκανε, είχε ένα όνομα. Τον έλεγαν ἰδιώτη.
Η λέξη ἰδιώτης (idiṓtēs) δεν σήμαινε τότε “ανόητος”. Σήμαινε αυτόν που ασχολείται μόνο με τα ιδιωτικά του ζητήματα. Αυτόν που μένει μακριά από τα κοινά, που δεν συμμετέχει, δεν προσφέρει, δεν ενδιαφέρεται. Ήταν μια κατηγορία. Και όχι κολακευτική.
Σε μια κοινωνία που η έννοια του πολίτη ήταν ταυτόσημη με τη συμμετοχή, ο «ιδιώτης» ήταν το αντίθετο. Ήταν παθητικός, βολεμένος, αμέτοχος. Δεν ήταν φτωχός, ούτε περιθωριοποιημένος. Ήταν εκείνος που επέλεγε να μην ανακατεύεται. Κι αυτό θεωρούταν ηθική αδυναμία.
Η λέξη πέρασε στα λατινικά ως idiota, αλλά εκεί πήρε νέα χροιά. Στη Ρωμαϊκή εποχή σήμαινε αγράμματος, κοινός, χωρίς καλλιέργεια. Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Δύσης του Μεσαίωνα, το idiota έγινε συνώνυμο του αφελούς, του απλοϊκού ανθρώπου που δεν γνωρίζει γράμματα ή λογική.
Από τα λατινικά πέρασε στα μεσαιωνικά γαλλικά και αργότερα στα αγγλικά. Εκεί απέκτησε τη σημερινή του έννοια: ανόητος, ηλίθιος, καθυστερημένος. Η πλήρης μετατροπή μιας λέξης που κάποτε περιέγραφε την κοινωνική απάθεια, σε λέξη που περιγράφει τη νοητική αδυναμία.
Στην πραγματικότητα, ο αρχαίος ἰδιώτης δεν ήταν χαζός. Ήταν απολιτίκ. Και γι’ αυτό οι Αθηναίοι τον περιφρονούσαν περισσότερο απ’ ό,τι αν ήταν απλώς ανόητος. Γιατί στη δημοκρατία τους, δεν υπήρχε κάτι χειρότερο από το να μη σε νοιάζει.