Το ψέμα που έσωσε την Αθήνα
Δεν ήταν η μάχη που έσωσε την Αθήνα, αλλά το ψέμα που ειπώθηκε μετά. Όταν ο στρατός έτρεξε όχι για να πολεμήσει, αλλά για να τρομάξει τον εχθρό.
Η φωνή έσκισε τον αέρα πάνω από τον Μαραθώνα. Οι Πέρσες υποχωρούσαν, τα πλοία τους καίγονταν, κι όμως κανείς δεν πανηγύριζε. Ο Μιλτιάδης, ο στρατηγός που μόλις είχε γράψει ιστορία, γύρισε προς τους άνδρες του και έδωσε την πιο παράξενη εντολή που είχε ακουστεί ποτέ σε στρατόπεδο νικητών: «Δεν τελειώσαμε. Τώρα τρέχουμε». Και τότε ξεκίνησε το μεγαλύτερο ψέμα που ειπώθηκε ποτέ σε ώρα νίκης.
Η Αθήνα ήταν άδεια. Οι γέροι, οι γυναίκες και τα παιδιά είχαν σκαρφαλώσει στις στέγες κοιτώντας τον ορίζοντα με κομμένη την ανάσα. Ήξεραν πως αν ο περσικός στόλος έπιανε το Φάληρο πριν τους Αθηναίους, όλα είχαν τελειώσει. Δεν υπήρχε στρατός στην πόλη. Κανείς να υπερασπιστεί ούτε την Ακρόπολη ούτε τους ναούς. Ήταν η στιγμή που η δημοκρατία κρεμόταν από την ταχύτητα των νικητών.
Η μάχη του Μαραθώνα είχε λήξει με απρόσμενη νίκη των Αθηναίων. Ο εχθρός ήταν ισχυρότερος, πολυπληθέστερος, εξοπλισμένος με την καλύτερη τεχνογνωσία της Ανατολής. Κι όμως, οι οπλίτες τους τον νίκησαν. Όμως το σχέδιο των Περσών δεν είχε τελειώσει: θα έπλεαν γύρω από το Σούνιο για να χτυπήσουν την απροστάτευτη πόλη. Εκείνη τη στιγμή, ο Μιλτιάδης διέταξε το αδιανόητο: να κάνουν πεζοί, σε λίγες ώρες, μια διαδρομή που τα πλοία θα έκαναν σε μια μέρα. Ήξερε πως ήταν αδύνατο.
Ο θρύλος λέει πως ο στρατός άρχισε να τρέχει. Δεν σταμάτησαν ούτε για νερό. Πέρασαν φαράγγια, ελαιώνες, πέτρες, θάμνους. Έτρεχαν, όχι για να σωθούν, αλλά για να παραστήσουν ότι η πόλη ήταν έτοιμη. Ότι τους περίμενε φρουρά, τείχη και παγίδες. Τίποτα από αυτά δεν υπήρχε. Μόνο ο φόβος και η ελπίδα. Και κάπου ανάμεσά τους, ο Φειδιππίδης ή κάποιος σαν αυτόν, δεν έτρεξε για να φέρει νέα, αλλά για να φέρει φόβο στους Πέρσες.
Όταν τα πλοία έφτασαν στο Φάληρο, είδαν αυτό που φοβόντουσαν: τον αθηναϊκό στρατό σε παράταξη. Κανείς Πέρσης δεν ήξερε ότι αυτοί οι άντρες είχαν μόλις δώσει μάχη, είχαν τρέξει 40 χιλιόμετρα, και στέκονταν εκεί μόνο με τη δύναμη της απόγνωσης. Ήταν σκονισμένοι, λερωμένοι, αλλά όρθιοι. Και αυτό ήταν αρκετό. Οι Πέρσες γύρισαν πίσω.
Η Αθήνα δεν είχε σωθεί από τη μάχη. Σώθηκε από ένα ψέμα: το ψέμα ότι την περίμενε στράτευμα ξεκούραστο και ετοιμοπόλεμο. Και αυτό το ψέμα, ειπωμένο από τα πόδια των νικητών, είναι ο λόγος που σήμερα υπάρχει η λέξη “δημοκρατία” στον κόσμο.