Τον έπιασαν αιχμάλωτο παιδί. Έγραψε την ιστορία του Σουλίου και πολέμησε σαν να ήταν 100 χρονών
Τον έπιασαν αιχμάλωτο παιδί. Δεν λύγισε. Πολέμησε σαν να κουβαλούσε τις γενιές των Σουλιωτών στους ώμους. Και πριν φύγει, έγραψε την ιστορία τους.
Γεννήθηκε πάνω στο αίμα και στη φωτιά. Το 1799, οι Σουλιώτες έχαναν έναν-έναν τους προμαχώνες τους. Οι επιθέσεις του Αλή Πασά έσπαγαν τα βουνά, αλλά όχι τις ψυχές τους. Μέσα σε αυτό το σκηνικό γεννιέται ο Λάμπρος Κουτσονίκας. Παιδί του Γιάννου, παιδί της φάρας Κουτσονίκα, της ίδιας φάρας που πέρασε στα σουλιώτικα τραγούδια και πολέμησε μέχρι ενός άνδρα. Το 1804, ο πατέρας του και ο θείος του πέφτουν νεκροί στη μάχη του Σέλτσου. Ο Λάμπρος είναι μόλις πέντε ετών όταν τον πιάνουν αιχμάλωτο οι άνδρες του Αλή Πασά, μαζί με τη μητέρα και τον αδερφό του.
Δεν έμεινε παιδί για πολύ. Μέσα από τη σκλαβιά, φούσκωσε μέσα του το μίσος για τον δυνάστη και η φλόγα για την ελευθερία. Όταν ξεσπά η Επανάσταση του 1821, δεν είναι ακόμα 22 χρονών. Κι όμως, ηγείται ήδη ένοπλου σώματος. Πολεμά με την πυγμή των παλαιών Σουλιωτών και φτάνει να διοικεί 500 άνδρες. Πεντακοσίαρχος του αγώνα. Δεν οπισθοχωρεί, δεν ξεχνά. Είναι το αίμα εκείνο που θυμάται.
Με τον ερχομό του Όθωνα κατατάσσεται στη Βασιλική Φάλαγγα, δίπλα σε άλλους παλιούς Σουλιώτες που έζησαν για να δουν βασιλιά στην Αθήνα. Θα υπηρετήσει και στον επίσημο στρατό, όμως τα χρόνια περνούν. Όταν έρθει η ώρα να αποστρατευθεί επί Γεωργίου Α΄, δεν αφήνει τη μνήμη του στην τύχη της.
Στο τέλος, δεν ήθελε μονάχα να ζήσει ή να πολεμήσει. Ήθελε να γράψει. Να κρατήσει ζωντανή την αλήθεια εκείνων που χάθηκαν. Το 1863 εκδίδει τη «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Στον πρώτο τόμο, αφιερώνει μεγάλο κεφάλαιο στο Σούλι. Γράφει όσα θυμάται. Όσα του είπαν. Όσα σφραγίστηκαν μέσα του από τότε που ήταν παιδί-αιχμάλωτος.
Για τον Λάμπρο Κουτσονίκα, οι Σουλιώτες δεν ήταν απλώς αντάρτες. Ήταν οι πρώτοι που ύψωσαν ανάστημα στον οθωμανικό ζυγό από τον 15ο αιώνα. Οι πρώτοι που σηκώθηκαν το 1820, όταν οι άλλοι δεν είχαν ακόμα αποφασίσει. Εκείνοι που κράτησαν την ανεξαρτησία τους σε μια εποχή που όλοι την είχαν ξεχάσει.
Ο Λάμπρος πέθανε σε βαθιά γεράματα στο Αγρίνιο, στις 2 Ιουνίου 1879. Ήταν ο τελευταίος ζωντανός σύνδεσμος της φάρας Κουτσονίκα με την εποχή που το Σούλι ήταν ακόμα φρούριο και όχι ανάμνηση. Κι όμως, δεν ήταν μόνος. Από τη φάρα του προήλθαν και άλλοι αξιωματικοί: Καραΐσκος, Ιωάννης, Γεώργιος, Χρήστος. Όλοι με το ίδιο επίθετο. Όλοι με την ίδια τιμή.
Το όνομά τους ταξίδεψε στα τραγούδια, στα βουνά, στα αρχεία. Όμως μόνο ένας είχε μείνει να τα ενώσει όλα: ο Λάμπρος. Εκείνος που ήταν παιδί-σκλάβος, μα πολέμησε σαν γέρος που είχε δει το αίμα του κόσμου όλου. Κι όταν έπαψε να πολεμά, πήρε πένα. Και έγραψε, για να θυμόμαστε.