Τον έσφαξαν γιατί τον πέρασαν για προδότη. Έγινε άγιος και προστάτης των διαιτολόγων.
Ήταν φτωχός κηπουρός στην Οθωμανική Αθήνα. Κατηγορήθηκε άδικα, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και εκτελέστηκε
Ήταν 9 Ιουλίου του 1771, όταν στους δρόμους της Οθωμανικής Αθήνας ένας νεαρός κηπουρός περιφερόταν δεμένος και καταδικασμένος. Το όνομά του ήταν Μιχαήλ Μπακνανάς. Ήταν μόλις 18 ετών. Φτωχός, αγράμματος, αλλά τίμιος, δούλευε ως λαχανέμπορος στην ευρύτερη περιοχή του Θησείου. Έφερνε προϊόντα από τα μποστάνια και τα πουλούσε στα σπίτια και τα παζάρια.
Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι έστελνε προμήθειες στους κλέφτες της Αττικής ή ακόμη και σε επαναστάτες στη Σαλαμίνα. Οι κατηγορίες δεν αποδείχθηκαν ποτέ. Ούτε όπλα βρέθηκαν, ούτε μπαρούτι, ούτε μαρτυρίες αξιόπιστες. Κι όμως, οι αρχές τον θεώρησαν επικίνδυνο. Και με συνοπτικές διαδικασίες τον καταδίκασαν.
Η πρόταση ήταν σαφής: να αλλαξοπιστήσει. Να δηλώσει πίστη στο Ισλάμ και να του χαριστεί η ζωή. Εκείνος αρνήθηκε. Φώναζε δυνατά, χωρίς φόβο: «Χτυπάτε διά την πίστην». Ήξερε πως θα πεθάνει, αλλά δεν πρόδωσε ούτε την πίστη του ούτε την αθωότητά του.
Η εκτέλεσή του έγινε δημόσια. Ο αποκεφαλισμός του συγκλόνισε την κοινωνία της Αθήνας. Στην επιγραφή που χαράχτηκε στον κίονα του Ολυμπίου Διός γράφτηκε λιτά:
«1771 Ιουλίου 9, αποκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης».
Το χάραγμα υπάρχει μέχρι σήμερα, βουβό και αληθινό σαν μνήμα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον τίμησε ως νεομάρτυρα. Η μνήμη του τελείται στις 30 Ιουνίου και στις 9 Ιουλίου. Το όνομά του δόθηκε σε δρόμο στον Νέο Κόσμο της Αθήνας, και σε κοντινή στάση τραμ.
Και το πιο απρόσμενο:
Το 2003, σε μια κίνηση που δεν είναι ευρέως γνωστή, ανακηρύχθηκε προστάτης των διατροφολόγων και των διαιτολόγων. Ίσως γιατί ήταν κηπουρός. Ίσως γιατί μοίραζε τρόφιμα. Ίσως γιατί δεν έζησε αρκετά για να πει περισσότερα.
Αυτός ο νεαρός, που τον αποκαλούσαν «ο κηπουρός άγιος», έγινε σύμβολο της πίστης, της τιμιότητας και της αδικίας. Δεν έγραψε λόγους, δεν έκανε θαύματα, δεν έζησε μέσα σε μοναστήρι. Μα ο κόσμος θυμήθηκε ότι κάποιος κάποτε προτίμησε τον θάνατο παρά να δηλώσει κάτι που δεν ήταν.