Τον φυλάκισαν για συνωμοσία, τον έκαναν υπουργό και τον έκλαψε όλη η Αθήνα
Ο Πάνος Κορωναίος φυλακίστηκε για συνωμοσία, πολέμησε για την Ελλάδα, έγινε υπουργός και η Αθήνα τον έκλαψε σαν πατέρα
Ο Πάνος Κορωναίος γεννήθηκε το 1811 στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης. Καταγόταν από τα Κύθηρα, αλλά η μοίρα του έγραφε να πολεμήσει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας – και όχι μόνο. Στα χρόνια του Όθωνα, των επαναστάσεων και των διχασμών, έγινε από τους πιο εμβληματικούς αξιωματικούς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Μετά τις σπουδές του στη Σχολή Ευελπίδων, ανέλαβε υπηρεσία στο Πυροβολικό και έδειξε από νωρίς την τάση του για δράση πέρα από τα καθιερωμένα. Το 1854 πολέμησε στον Κριμαϊκό Πόλεμο, ηγούμενος της Ελληνικής Λεγεώνας, κι ας μη συμμετείχε επίσημα η Ελλάδα. Επέστρεψε για να πολεμήσει στην επανάσταση της Θεσσαλίας, που έσβησε γρήγορα, αλλά τον σημάδεψε.
Το 1858 υπηρετούσε στον Γαλλικό Στρατό στη Συρία. Τον έβλεπαν ως ευρωπαίο στρατιώτη πειθαρχίας, αλλά η φωτιά μέσα του έβραζε. Δεν άργησε να μπλεχτεί σε συνωμοσία κατά του Όθωνα. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στην Ακροναυπλία ως εχθρό του κράτους. Εκεί θα περίμενε χρόνια. Ή μήπως όχι;
Το 1861, όταν η επανάσταση ξεκίνησε ενάντια στον βασιλιά, ο Κορωναίος αποφυλακίστηκε και πήρε αμέσως τα όπλα. Τραυματίστηκε στη μάχη της 1ης Μαρτίου του 1862 και αιχμαλωτίστηκε ξανά. Αλλά όταν ο Όθωνας εκθρονίστηκε, βγήκε πάλι στο προσκήνιο, αυτή τη φορά ως ήρωας. Ο ίδιος λαός που τον ήθελε στην απομόνωση, τώρα τον χειροκροτούσε στους δρόμους.
Η Εθνοσυνέλευση του 1863 τον έκανε Υπουργό Στρατιωτικών. Από φυλακισμένος, κυβερνήτης. Πολέμησε στον εσωτερικό εμφύλιο της εποχής, στο πλευρό των Ορεινών. Στα 1866, ταξιδεύει στην επαναστατημένη Κρήτη και αναλαμβάνει αρχηγός των επαναστατών του Ρεθύμνου. Δεν ήταν πολιτικός καριέρας. Ήταν πολεμιστής με στολή ή χωρίς.
Από το 1868 μέχρι το 1886 εκλέγεται βουλευτής, πρώτα στην Αττική και μετά στα Κύθηρα. Εκπροσωπεί την Ελλάδα στη διεθνή έκθεση των Παρισίων το 1878. Τιμάται με τα ανώτερα παράσημα: του Τάγματος του Σωτήρος, της Λεγεώνας της Τιμής, ακόμα και με το Οσμανιέ από τον Σουλτάνο. Για κάποιους ήταν εθνικός ήρωας. Για άλλους, άβολη φιγούρα που δεν χώραγε στα καλούπια της εποχής.
Αποστρατεύτηκε το 1887 ως αντιστράτηγος. Έφυγε από τη ζωή στις 17 Ιανουαρίου 1899, στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε στην Παναγία τη Χρυσοσπηλιώτισσα, στην Αιόλου. Όταν το φέρετρό του πέρασε από την Πλατεία Συντάγματος, πλήθος δακρυσμένων ανθρώπων στάθηκε στην άκρη του δρόμου για να αποχαιρετήσει αυτόν που κάποτε ήταν στη φυλακή, μετά στο πεδίο μάχης, και τελικά στην καρδιά τους.