Τον είπαν ήρωα και εγκληματία. Ήταν μητροπολίτης και πολεμιστής μαζί
Ο μητροπολίτης Καστοριάς είχε όπλο στον ώμο και εχθρούς σε τρεις χώρες. Οργάνωσε εκτελέσεις και έσωσε Αρμένιους.
Τον έλεγαν Γερμανό Καραβαγγέλη. Ήταν μητροπολίτης Καστοριάς, αλλά η εικόνα του δεν ταίριαζε με κανένα στερεότυπο. Κυκλοφορούσε έφιππος, με το αντερί του κληρικού και στον ώμο ένα μάνλιχερ. Δεν μιλούσε μόνο από άμβωνος. Έδινε εντολές για χτυπήματα. Έφτιαχνε λίστες με πράκτορες για να σωθούν από σφαγές. Άλλες λίστες οδηγούσαν σε εκτελέσεις.
Δεν έβλεπε τον εαυτό του ως πολιτικό ή στρατιωτικό ηγέτη. Ήταν ποιμένας, αλλά για εκείνον το ποίμνιο ήταν απειλούμενο από παντού: από Βούλγαρους εξαρχικούς, από καθολικούς προπαγανδιστές, από Τούρκους ατάκτους, από τον ίδιο τον διχασμένο ελληνισμό. Ήταν ο πρώτος που έγραψε στην Καστοριά «Βούλγαρος να μη μείνει». Και το εννοούσε. Με λόγο και με σφαίρα.
Ήταν εκεί όταν ξεκίνησε ο Μακεδονικός Αγώνας. Μαζί με τον Παύλο Μελά, με τον Ίωνα Δραγούμη, με τους Κρήτες οπλαρχηγούς, με στρατιώτες και κατασκόπους. Οργάνωσε ενόπλους, κάλυψε κινήσεις, έδωσε οδηγίες για τιμωρητικές επιδρομές. Όταν χρειάστηκε, κατέδωσε τον Κώττα, επειδή δίσταζε να σκοτώσει τον φίλο του. Και η καταγγελία του τον οδήγησε στον απαγχονισμό.
Στην Αμάσεια, αργότερα, έσωζε Αρμένιους από τις σφαγές των Νεοτούρκων. Τους έκρυβε στις εκκλησίες και στα σπίτια των Ρωμιών. Για αυτές τις πράξεις τον φυλάκισαν, και οι Αρμένιοι στις ΗΠΑ έγραψαν για εκείνον με ευγνωμοσύνη. Τον καταδίκασε σε θάνατο το στρατοδικείο του Κεμάλ. Καταζητούμενος από την Τουρκία, ανεπιθύμητος στην Ελλάδα.
Τον Νοέμβριο του 1921 θα μπορούσε να γίνει Πατριάρχης. Επέλεξε να δώσει τις ψήφους του σε άλλον. Του έδωσαν ελάχιστο μισθό και μια κοινότητα ξεχασμένων μεταναστών στην Κεντρική Ευρώπη. Πέθανε το 1935, φτωχός, σε ξενοδοχείο έξω από τη Βιέννη. Η επιθυμία του ήταν να ταφεί χωρίς επίσημους, χωρίς ιερείς, χωρίς πολιτεία. Δεν έγινε δεκτή. Η Αθήνα ούτε νεκρό δεν τον ήθελε.
Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Καστοριά δεκαετίες αργότερα. Τοποθετήθηκαν κάτω από το άγαλμά του, δίπλα στον Παύλο Μελά. Σαν να ήθελε ο τόπος να του πει ένα καθυστερημένο «σε θυμάμαι». Ήταν από τους λίγους ανθρώπους που δεν μπορούσες να τους εντάξεις. Ήταν μητροπολίτης. Ήταν πολεμιστής. Τον είπαν ήρωα και εγκληματία. Ήταν όλα αυτά μαζί.