Τον ήθελαν Άρσεναλ, Στουτγκάρδη και Λάτσιο. Δεν έπαιξε ποτέ Ευρώπη. Έμεινε στον Ηρακλή γιατί ήταν δεμένος με το κοινό
Τον ήθελαν οι μεγάλες ομάδες της Ευρώπης, αλλά έμεινε στον Ηρακλή. Ο Βασίλης Χατζηπαναγής έγινε μύθος χωρίς να παίξει ποτέ σε μεγάλη διοργάνωση.
Τον φώναζαν «Νουρέγιεφ της μπάλας». Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο, όπως έγραφαν τότε οι εφημερίδες. Έβαζε γκολ απευθείας από κόρνερ. Κι όμως, ο Βασίλης Χατζηπαναγής δεν έπαιξε ποτέ στην Ευρώπη. Ούτε στην εθνική. Όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά γιατί δεν τον άφησαν.
Γεννήθηκε στην Τασκένδη το 1954, παιδί προσφύγων του Εμφυλίου. Έπαιζε για την Παχτακόρ στην ΕΣΣΔ, και η φήμη του είχε ήδη περάσει τα σύνορα. Όταν έφτασε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ηρακλή το 1975, το κοινό της Θεσσαλονίκης πήγε νύχτα στον σταθμό των τρένων για να τον υποδεχτεί. Είχε κάνει ντρίμπλες που είχαν αφήσει πίσω ακόμη και την άμυνα της Ντιναμό Κιέβου, πρωταθλήτριας Ευρώπης.
Με τον Ηρακλή σήκωσε το Κύπελλο Ελλάδας του 1976 και το Βαλκανικό Κύπελλο του 1985. Έπαιζε όμως για το θέαμα, όχι για τα τρόπαια. Το 1983 έκανε χρονιά-όνειρο, με επτά γκολ από κόρνερ. Το 6-0 του Ηρακλή επί του Παναθηναϊκού το 1979 φέρει το όνομά του από το πρώτο δευτερόλεπτο του αγώνα.
Τον ήθελαν η Άρσεναλ, η Στουτγκάρδη, η Λάτσιο. Δεν έφυγε ποτέ. Όχι μόνο γιατί είχε δεσμευτικό συμβόλαιο, αλλά γιατί αγαπούσε την ομάδα, την πόλη και τον κόσμο. Ήταν, όπως είπε, το μοναδικό πράγμα που πήρε πίσω απ’ το ποδόσφαιρο: την αγάπη του κόσμου.
Στην εθνική Ελλάδας αγωνίστηκε μόνο τιμητικά, το 1999. Τον είχε προλάβει η Σοβιετική Ένωση και η γραφειοκρατία της εποχής δεν του επέτρεψε να κάνει το όνειρό του. Παρέμεινε ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής που δεν έπαιξε ποτέ σε ευρωπαϊκή ομάδα, ούτε σε μεγάλη διοργάνωση.
Το 1984, όμως, έπαιξε στη Μικτή Κόσμου, δίπλα στον Μπεκενμπάουερ, τον Μαύρο, τον Κίγκαν και τον Κέμπες. Εκεί, σε ένα γήπεδο με 40.000 θεατές, χειροκροτήθηκε όπως του άξιζε. Γιατί ο Βάσια δεν ήταν ένας απλός παίκτης. Ήταν ένας ποιητής του χόρτου.