Τον κάλεσαν για συμφιλίωση. Του έσφιξαν το χέρι. Και μετά τον έσφαξαν.
Τον κάλεσαν να συνεργαστεί για τον κοινό εχθρό. Ήταν παγίδα. Οι κομιτατζήδες τον έσφαξαν με τσεκούρια, λίγα λεπτά αφού του έσφιξαν το χέρι.
Ήταν από τους πιο ατρόμητους πολεμιστές του Μακεδονικού Αγώνα. Έδρασε στα βουνά του Πάικου, εξόντωσε κομιτατζήδες, αρνήθηκε να υπηρετήσει τους Βουλγάρους και γλίτωσε από ενέδρες Οθωμανών. Ο Λάζος Δογιάμας πολεμούσε για την Ελλάδα σε εποχές που δεν υπήρχε ούτε κράτος, ούτε στρατός να τον προστατέψει. Οργάνωσε αντάρτικο με τα ίδια του τα αδέρφια, ξέφυγε από τουρκικά μπλόκα, φυγάδευσε τον τραυματία αδερφό του από τις βουλγαρικές λεπίδες και προκάλεσε φρίκη σε κάθε εξαρχικό στρατόπεδο που τον άκουγε να πλησιάζει.
Όμως το τέλος του δεν ήρθε ούτε από σφαίρα ούτε από μάχη. Ήρθε από το τραπέζι. Τον Αύγουστο του 1912, καθώς οι Βαλκανικοί σύμμαχοι ετοιμάζονταν να χτυπήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Δογιάμας δέχτηκε πρόταση από τους Βούλγαρους για συνεργασία. Να παραμεριστούν οι παλιές διαφορές και να χτυπήσουν μαζί τον κοινό εχθρό. Πήγε στην προκαθορισμένη συνάντηση κοντά στην Τσερναρέκα. Μαζί του, δύο έμπιστοι συμπολεμιστές.
Ο Βούλγαρος Γκιούπτσετο τον υποδέχτηκε εγκάρδια. Του έσφιξε το χέρι, του μίλησε για ειρήνη, για κοινό σκοπό. Κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Λίγα λεπτά μετά, οι κομιτατζήδες σήκωσαν τα τσεκούρια και τους έσφαξαν επιτόπου. Ήταν παγίδα. Οι Βούλγαροι δεν ξέχασαν ποτέ ότι ο Λάζος Δογιάμας είχε σταματήσει τα σχέδιά τους στα χωριά της Παιονίας. Τον ήθελαν νεκρό, ακόμη και παραμονές της κοινής εξέγερσης.
Η μητέρα του και η ανιψιά του μετέφεραν το σώμα του στην Καστανερή, την πατρίδα του. Εκεί όπου ξεκίνησε, ένοπλος για την Ελλάδα, και κατέληξε, προδομένος από ένα ψεύτικο κάλεσμα για συμφιλίωση.