Τον κυνηγούσε ο Αλή Πασάς, γλίτωσε στο τσακ, πολέμησε με τον Καραϊσκάκη και έγινε ο πρώτος αρχηγός της Χωροφυλακής
Από τη Νικόπολη της Πρέβεζας και τις μάχες του 1821, μέχρι την ηγεσία της Χωροφυλακής, η ζωή του Βλαχόπουλου μοιάζει με ιστορικό μυθιστόρημα.
Γεννήθηκε στη Νικόπολη της Πρέβεζας το 1789, σε μια εποχή που η Δυτική Ελλάδα έβραζε κάτω από τον φόβο και την εξουσία του Αλή Πασά. Ο Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος ανήκε σε οικογένεια αρματολών και από μικρός ακολούθησε το δρόμο των όπλων. Όταν ο Αλή Πασάς κυνήγησε τον ίδιο και τον αδερφό του Αλεξάκη, οι δύο άντρες αναγκάστηκαν να περάσουν στην Κέρκυρα για να σωθούν.
Στην Κέρκυρα δεν έμειναν άπραγοι. Κατατάχθηκαν στα ελληνικά τάγματα του βρετανικού στρατού και εκπαιδεύτηκαν σαν επαγγελματίες πολεμιστές. Το 1819, λίγο πριν ξεσπάσει η Επανάσταση, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τα αδέρφια του. Είχαν ένα κοινό όνειρο: την ελευθερία της Ελλάδας.
Όταν ξέσπασε ο Αγώνας, ο Βλαχόπουλος έτρεξε στα πεδία των μαχών. Πολέμησε στο Βραχώρι, στο Καρπενήσι και ακολούθησε τον Μάρκο Μπότσαρη σε πολλές δύσκολες αποστολές. Έλαβε τον τίτλο του χιλίαρχου και συνέχισε ακούραστα να πολεμά στην Αιτωλοακαρνανία και την Ευρυτανία.
Στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση τον «προμαχώνα του Φραγκλίνου». Η γενναιότητά του του χάρισε την προαγωγή σε στρατηγό. Ήταν από τους λίγους που κατάφεραν να επιζήσουν της Εξόδου και να συνεχίσουν τον αγώνα. Στην Αττική, πολέμησε στο πλευρό του Γεωργίου Καραϊσκάκη, δίνοντας μάχες σώμα με σώμα.
Το 1827 πήρε μέρος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και συνέχισε να πολεμά υπό τον Ριχάρδο Τσωρτς για την εκκαθάριση της Αττικής. Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δεν αποσύρθηκε. Το 1833 διορίστηκε στην Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή και, λίγα χρόνια αργότερα, στις 14 Σεπτεμβρίου 1841, έγινε ο πρώτος Έλληνας που ανέλαβε τη διοίκησή της.
Υπηρέτησε μέχρι το 1843 και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Πέθανε στην Αθήνα το 1868, έχοντας αφήσει πίσω του μια ζωή γεμάτη μάχες, φυγές, νίκες και θεσμούς που έμειναν.