Τον λάτρεψαν σαν θεό, τον έθαψαν σαν φυλακισμένο. Ήταν ο πιο τραγικός βασιλιάς της ελληνιστικής εποχής
Τον προσκύνησαν σαν θεό. Πέθανε αιχμάλωτος. Η πιο εντυπωσιακή πτώση βασιλιά της ελληνιστικής εποχής.
Όταν μπήκε στην Αθήνα το 307 π.Χ., οι πολίτες τον υποδέχτηκαν με στεφάνια και ιαχές. Δεν ήταν απλώς απελευθερωτής· ήταν σωτήρας. Τον ονόμασαν «Σωτήρα», του αφιέρωσαν ιερό, του άλλαξαν τον μήνα, τον λάτρεψαν σαν θεό. Ο Δημήτριος, γιος του Αντιγόνου, βρισκόταν στην κορυφή του κόσμου. Κι όμως, αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας καθόδου που θα τον άφηνε να πεθάνει αιχμάλωτος, ξεχασμένος, σαν κατάδικος.
Ήταν πανέμορφος, πνευματώδης, χαρισματικός. Και είχε το πάθος του πολιορκητή. Στη Ρόδο έφερε την πιο τρομακτική πολιορκητική μηχανή της εποχής, την ελέπολις: εννιαώροφη, καλυμμένη με σίδηρο και φωτιά. Δεν νίκησε. Αλλά η φήμη του απλώθηκε σαν καπνός: ήταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, το όνομα έγινε προσωνύμιο και το προσωνύμιο θρύλος.
Η Αθήνα τον λάτρευε, αλλά δεν τον ανεχόταν. Τους έδινε ελευθερία και τους την έπαιρνε πίσω. Κοιμόταν με τη Λάμια, τη θρυλική εταίρα, μέσα στην Παρθενώνα. Ένας βασιλιάς, ένας θεοποιημένος, που όμως δεν καταλάβαινε πότε να σταματήσει. Όταν προσπάθησε να γίνει ο απόλυτος μονάρχης, οι ίδιοι οι στρατηγοί του τον εγκατέλειψαν.
Το 294 π.Χ. γίνεται βασιλιάς της Μακεδονίας. Αλλά η εξουσία δεν του ανήκει πραγματικά. Οι αντίπαλοί του κλείνουν γύρω του. Η παλιά δόξα του ξεθωριάζει. Οι νίκες του χάνονται σε περιβάλλον συνεχών προδοσιών. Το 288 π.Χ. εγκαταλείπει το θρόνο. Στρέφεται στην Ασία. Πέφτει στα χέρια του Σέλευκου. Ο βασιλιάς που κάποτε τον τίμησαν σαν ήρωα θεϊκό, τώρα είναι κρατούμενος.
Πέθανε το 283 π.Χ. αιχμάλωτος. Τον είχαν φυλακίσει σε πολυτελές περιβάλλον, λένε. Είχε μουσική, κρασί, κυνηγετικά σκυλιά. Αλλά δεν είχε βασίλειο. Δεν είχε στρατό. Δεν είχε λαό. Η τέφρα του στάλθηκε πίσω και θάφτηκε στην Αθήνα, στην πόλη που κάποτε τον έκανε θεό. Δεν υπήρχε πια ούτε άγαλμα του. Μόνο το όνομά του επιβίωσε. Και η πτώση του.