Τον βασάνιζαν για 41 μέρες με παξιμάδι και βρόμικο νερό. Δεν μιλούσε. Και μετά τον πέταξαν στη θάλασσα.
Έμεινε 41 μέρες φυλακισμένος χωρίς φως, χωρίς καθαρό νερό, με λίγο παξιμάδι και πολλές πληγές.
Στεκόταν μπροστά στην πόρτα του κελιού του χωρίς να λυγίζει. Ήταν ο Πλάτων Φραγκιάδης, Μητροπολίτης Χίου. Οι Τούρκοι του έδιναν παξιμάδι και βρόμικο νερό για 41 μέρες. Το κελί υγρό, σκοτεινό, γεμάτο ποντίκια και ψύλλους. Μα εκείνος δεν μιλούσε. Δεν παραπονιόταν. Δεν απαρνιόταν τον Χριστό.
Ήταν μορφωμένος. Σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία στην Κωνσταντινούπολη και δίδαξε δίπλα στον Άγιο Αθανάσιο Πάριο. Στα 42 του χρόνια έγινε Μητροπολίτης Χίου και ίδρυσε βιβλιοθήκες, τυπογραφείο και στήριξε τα σχολεία της πατρίδας του. Μα όταν ήρθε η ώρα της Επανάστασης, δεν έφυγε. Έμεινε μαζί με τον λαό του.
Τον Μάρτιο του 1822, όταν οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν πως στη Χίο ξέσπασε επανάσταση, μάζεψαν τους προκρίτους και τους ιερείς. Πρώτον απ’ όλους τον Πλάτωνα. Τον φυλάκισαν στο Κάστρο. Το κελί του ήταν πέτρινο και κλειστό. Του έδιναν λιγοστό παξιμάδι και ένα δοχείο με βρόμικο νερό. Τα ρούχα του κόλλησαν πάνω του. Τα χέρια του πρήστηκαν. Το πρόσωπό του άλλαξε. Αλλά δεν παραδόθηκε.
Μετά από 41 μέρες, την Κυριακή του Θωμά, μπήκε μέσα ο Βαχίτ Πασάς. Μαζί του ιεροδικαστές και δήμιοι. Διάβασαν την καταδίκη: «Ένοχοι εις θάνατον διά συμμετοχή εις στάσιν». Πρώτος βγήκε ο Μητροπολίτης Πλάτων. Τον έδεσαν. Πίσω του ο Αρχιδιάκονος Μακάριος και εννέα προεστοί. Τους πήγαν στην πλατεία Βουνακίου. Τους κρέμασαν έναν έναν. Και για τρεις μέρες τα κορμιά έμειναν εκεί, για να τα βλέπουν όλοι. Μετά, τα έριξαν στη θάλασσα.
Το σώμα του Πλάτωνα δεν πνίγηκε. Τα κύματα το έφεραν στις Οινούσσες. Ένας ιερέας το αναγνώρισε και το έθαψε κρυφά σε παρακείμενο χωράφι. Τέσσερα χρόνια μετά, ο διάκονος Δημήτριος Λαιμός μετέφερε τα λείψανά του στη Σύρο. Από το 1930, τα ιερά του οστά αναπαύονται στις Οινούσσες και στον Μητροπολιτικό Ναό της Χίου.
Δεν ήταν απλώς ένας ιερέας. Ήταν ο ποιμένας που δεν έφυγε. Ο Δεσπότης που αρνήθηκε να παραδώσει την Εκκλησία του. Και όταν του στέρησαν το φως, το ψωμί και το νερό, εκείνος έμεινε όρθιος. Σιωπηλός. Και στο τέλος άγιος.