Του έδιναν βραβεία και μετάλλια στην Ευρώπη, αλλά στην Ελλάδα τον θυμούνται ελάχιστοι
Ζωγράφιζε με σεμνότητα, δίδαξε γενιές καλλιτεχνών, τιμήθηκε στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα, όμως, το όνομά του σχεδόν χάθηκε.
Το 1907, σε μια διεθνή έκθεση στο Μπορντώ της Γαλλίας, οι κριτικοί βραβεύουν έναν νεαρό Έλληνα ζωγράφο με το χρυσό μετάλλιο. Το όνομά του: Σπύρος Βικάτος. Στα επόμενα χρόνια θα εκθέσει στο Παρίσι, στη Ρώμη, στο Μόναχο και στη Μπιενάλε της Βενετίας. Οι πίνακές του θα μπουν σε ξένες συλλογές και σε εθνικές πινακοθήκες. Στην Ελλάδα, όμως, λίγοι σήμερα ξέρουν ποιος ήταν.
Γεννήθηκε το 1878 στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Ήταν παιδί χωρίς μέσα, αλλά με ταλέντο. Ο Μητροπολίτης Αθηνών Γερμανός Καλλιγάς τον στήριξε για να φοιτήσει στο Σχολείον των Τεχνών, κοντά στους σπουδαιότερους δασκάλους της εποχής: Νικηφόρο Λύτρα, Σπυρίδωνα Προσαλέντη, Γεώργιο Βρούτο. Αρίστευσε. Πήρε υποτροφία και έφυγε για το Μόναχο.
Στη γερμανική πρωτεύουσα της τέχνης, έμαθε κοντά στον Νικόλαο Γύζη και τον Ludwig von Löfftz. Δεν ακολούθησε τις μόδες. Δεν έγινε ιμπρεσιονιστής, ούτε εξπρεσιονιστής. Έμεινε πιστός στον ακαδημαϊσμό και στη δύναμη της παρατήρησης. Ζωγράφιζε σκηνές σιωπηλές. Πορτρέτα γερόντων. Χέρια που κουράστηκαν. Πρόσωπα που έζησαν.
Όταν γύρισε στην Ελλάδα το 1909, έγινε καθηγητής σκιαγραφίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Δίδαξε ως το 1939. Μαθητές του ήταν ο Τσαρούχης, ο Παπαλουκάς, η Λασκαρίδου. Κι όμως, το όνομά του έμεινε στη σκιά των μεγάλων της εποχής. Ίσως γιατί δεν προκάλεσε. Δεν επαναστάτησε. Απλώς ζωγράφιζε.
Στο έργο του κυριαρχούν οι γέροντες. Σκουφιά, μαντήλια, πρόσωπα γεμάτα σκιά. Δεν εξιδανίκευε. Δεν ωραιοποιούσε. Έδινε στα πρόσωπα το βάρος της ζωής τους. Έβαλε την ψυχή στην ύλη. Οι νεκρές φύσεις του δεν ήταν απλές συνθέσεις — ήταν σπουδές πάνω στην έννοια του χρόνου. Το ίδιο και οι πίνακες του Χριστού και των μοναχών.
Το 1937, του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1951, η Ακαδημία του Μονάχου τον αναγόρευσε επίτιμο μέλος. Εκεί όπου κάποτε ήταν φοιτητής, τώρα τον τιμούσαν σαν δάσκαλο. Στην Ελλάδα, τα έργα του βρίσκονται στην Πινακοθήκη, αλλά λίγοι σταματούν να τα κοιτάξουν.
Ο ίδιος, με τη διαθήκη του, καθιέρωσε τη Βικάτειο Υποτροφία. Ήθελε οι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες να σπουδάσουν εκεί που σπούδασε και ο ίδιος: στην Αθήνα και στο Μόναχο. Δώρισε τριάντα έργα του στο κράτος. Δεν ζήτησε δόξα. Ζήτησε συνέχεια.
Πέθανε το 1960, σε ηλικία 82 ετών. Σιωπηλά, όπως έζησε. Σαν μία από τις φιγούρες του — ένας γέροντας στο φως της λάμπας, που σβήνει χωρίς θόρυβο.