Τους έβαλαν να σκάψουν λάκκους και μετά να σπρώξουν 13.000 πτώματα με γυμνά χέρια. Όποιος σταματούσε, τον πυροβολούσαν
Όταν οι Βρετανοί μπήκαν στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, βρήκαν 13.000 πτώματα. Και οι μόνοι που μπορούσαν να τα θάψουν… ήταν οι φονιάδες τους.
Στις 15 Απριλίου 1945, όταν οι Βρετανοί μπήκαν στο στρατόπεδο του Μπέργκεν-Μπέλσεν, αντίκρισαν έναν άλλο κόσμο. Σιωπηλό, σκοτεινό, άρρωστο. Περισσότεροι από 60.000 άνθρωποι ζωντανοί, αλλά αβοήθητοι. Και 13.000 πτώματα πεσμένα στο έδαφος, άταφα, παρατημένα σαν σκουπίδια. Μύριζε θάνατο, μολυσματικό και τελικός.
Δεν υπήρχε προσωπικό θαψίματος. Δεν υπήρχε χρόνος. Δεν υπήρχε τρόπος. Ο μόνος τρόπος ήταν οι ίδιοι οι υπεύθυνοι της φρίκης. Οι SS που είχαν μείνει πίσω και δεν πρόλαβαν να το σκάσουν. Ο στρατηγός των Βρετανών το αποφάσισε: θα σκάψουν τάφους. Θα σηκώσουν τα πτώματα. Θα τα σπρώξουν μέσα με γυμνά χέρια. Θα πληρώσουν.
Δεν τους δόθηκαν γάντια. Ούτε φτυάρια. Δεν τους δόθηκε καν νερό. Είχαν μόνο ένα πράγμα: διαταγή. Όποιος καθυστερούσε, τον σημάδευε όπλο. Όποιος λύγιζε, δεχόταν χαστούκι ή χτύπημα με κοντάκι. Και αν κάποιος τολμούσε να σταματήσει, απλώς εκτελούνταν επί τόπου. Εκεί, μπροστά στους επιζώντες που έβλεπαν και δεν πίστευαν.
Έσπρωχναν σάπια κορμιά με τα ίδια τους τα χέρια. Άκρα που ξεκολλούσαν. Κεφάλια που άνοιγαν. Μυαλά, μύγες, σκουλήκια. Άνθρωποι που είχαν σκοτώσει χωρίς δισταγμό, τώρα λιποθυμούσαν καθώς μάζευαν τα αποτελέσματα της ίδιας τους της φρίκης. Πολλοί πέθαναν από τύφο. Άλλοι αυτοκτόνησαν. Τρεις προσπάθησαν να το σκάσουν. Οι Βρετανοί τούς πυροβόλησαν χωρίς καμία προειδοποίηση.
Στη μαζική ταφή των 13.000 πτωμάτων, κάποιοι από τους SS άρχισαν να ουρλιάζουν. Δεν άντεχαν την οσμή. Τους ανάγκαζαν να συνεχίσουν. Ένας από αυτούς φώναξε «δεν είμαστε ζώα!». Η απάντηση ήρθε από έναν Εβραίο επιζώντα: «Δεν είστε;».
Δεν έμεινε τίποτα όρθιο στο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Τα κτίρια κάηκαν με φλογοβόλα για να μην εξαπλωθεί ο τύφος. Όμως για όσους έζησαν εκείνες τις μέρες, η εικόνα των SS να σπρώχνουν με τα χέρια τους τα νεκρά θύματα τους σε λάκκους ήταν το πιο ισχυρό μάθημα δικαιοσύνης που μπορούσε να υπάρξει χωρίς δικαστήριο.