Τραγουδούσε με ψεύτικο όνομα για να μην τη σκοτώσουν οι Ναζί. Και μετά έγινε η σπουδαιότερη φωνή του ρεμπέτικου.
Μεγάλωσε σε εβραϊκή οικογένεια, κρύφτηκε στην Κατοχή, τραγούδησε στους Γερμανούς χωρίς να ξέρουν ποια είναι, και έγινε σύμβολο του ρεμπέτικου.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1918, η Στέλλα Γαέγου μεγάλωσε σε μια εβραϊκή οικογένεια με ευμάρεια και βαθιές ρίζες στην πόλη. Ο πατέρας της ήταν πλούσιος έμπορος σιδήρου, φρόντιζε για τις προίκες των πέντε κοριτσιών του, ώσπου η εισβολή των Ναζί τα σάρωσε όλα. Εκείνος πέθανε από την ανατροπή και ολόκληρη η οικογένεια έπεσε στην παρανομία.
Τη Στέλλα την έσωσε η φωνή της. Κατέβηκε στην Αθήνα, και με τη βοήθεια της Ρόζας Εσκενάζυ, άρχισε να τραγουδά σε ένα μαγαζί στην Ομόνοια που ανήκε σε οικογένεια Αυστριακών μουσικών. Οι Γερμανοί την άκουγαν χωρίς να ξέρουν ότι τραγουδούσε μια Εβραία. Εμφανιζόταν μόνο ως “Στέλλα”, με το πατρικό της “Γαέγου”, χωρίς επίθετο, χωρίς παρελθόν.
Όταν η αδερφή της Ραχήλ πιάστηκε και στάλθηκε στο Άουσβιτς, οι υπόλοιποι κρύφτηκαν κοντά της, σε σπίτια του ΕΑΜ. Όταν ήρθε η Απελευθέρωση, η Στέλλα παντρεύτηκε έναν από τους λίγους που γύρισαν από τα στρατόπεδα: τον Ιακώβ Ιεχασκέλ. Το όνομά του έγινε το ψευδώνυμό της: Στέλλα Χασκίλ. Με αυτό θα γραφτεί για πάντα στην ιστορία.
Η Κολούμπια την καλεί να ηχογραφήσει. Το 1947 κυκλοφορεί το πρώτο της τραγούδι με νέο όνομα: οι “Σεβιλλιάνες” του Γιώργου Λαύκα. Μέσα σε λίγα χρόνια, η φωνή της αναγνωρίζεται ως η πιο συγκλονιστική του ρεμπέτικου. Αυστηρή, καθαρή, με δύναμη και γλύκα μαζί, σαν να τραγουδάει τη ζωή όλων των χαμένων της Ελλάδας.
Ηχογραφεί πάνω από 100 τραγούδια πρώτης φωνής και δεκάδες δεύτερες. Στα τούρκικα, στα λαδίνο, στα ρεμπέτικα. Κανείς δεν τολμά να την αμφισβητήσει. Όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη, οι Τούρκοι έπαθαν σοκ. Τα έλεγε καλύτερα από τις δικές τους τραγουδίστριες.
Κι όμως, η ζωή της δεν είχε χαμόγελο. Στην Πόλη ξεκίνησαν οι πόνοι στην πλάτη. Γύρισε στην Αθήνα και οι γιατροί της είπαν: καρκίνος. Σε λίγο καιρό πέθανε στα 36 της. Την έθαψαν στο Γ’ Νεκροταφείο, στο εβραϊκό τμήμα. Την ώρα που η Ελλάδα άκουγε ακόμα τη φωνή της στους δίσκους και τα πάλκα.