Ξύπνησαν μεθυσμένες στην πλατεία του εχθρού. Οι γυναίκες της Άμφισσας στάθηκαν γύρω τους για να τις προστατεύσουν
Κοιμήθηκαν μεθυσμένες στην πλατεία μιας εχθρικής πόλης. Οι γυναίκες της Άμφισσας στάθηκαν γύρω τους και τις προστάτευσαν με το σώμα τους
Ήταν γύρω στο 350 π.Χ., σε μια εποχή που η Ελλάδα έβραζε από συγκρούσεις, συμπολιτείες και μικρούς τοπικούς πολέμους. Στους Δελφούς, οι Θυιάδες —ιερόδουλες ή ιέρειες του Διονύσου— τελούσαν ακόμη βακχικά μυστήρια. Εκείνο το βράδυ, όμως, η έκστασή τους ήταν τόσο δυνατή που δεν τελείωσε με τη συνήθη κατάνυξη. Ξεκίνησαν, μεθυσμένες και αλλόφρονες, μια ακούσια πορεία προς τα νότια, και το πρωί τις βρήκε… στην πλατεία μιας εχθρικής πόλης.
Ήταν η Άμφισσα, τότε γεμάτη στρατιώτες του Φωκέα τυράννου που καταλάμβανε την περιοχή. Οι ιέρειες κοιμόντουσαν στο κέντρο της πόλης, σ’ έναν τόπο εχθρικό και επικίνδυνο. Κανείς δεν ήξερε ποιος θα τις πλησίαζε πρώτος. Ήταν γυναίκες σε βακχική μέθη, ασυνείδητες, αφύλακτες, σε ένα περιβάλλον που θα μπορούσε να οδηγήσει εύκολα σε εξευτελισμό ή βία.
Και τότε έγινε κάτι που δύσκολα βρίσκει κανείς σε πολεμικά χρόνια. Οι γυναίκες της Άμφισσας, χωρίς να ρωτήσουν ή να περιμένουν εντολή, πλησίασαν ήσυχα και στάθηκαν γύρω τους. Έκαναν ανθρώπινο τείχος. Δεν τις ξύπνησαν. Δεν τις μετακίνησαν. Έμειναν γύρω τους μέχρι να περάσει η νύχτα, προστατεύοντας με το ίδιο τους το σώμα.
Όταν οι Θυιάδες ξύπνησαν, οι γυναίκες της Άμφισσας τούς έδωσαν φαγητό. Δεν τις επιπλήξαν. Δεν τις ειρωνεύτηκαν. Τις συνόδευσαν μέχρι τα σύνορα, με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Ούτε ένας στρατιώτης δεν τις πλησίασε. Η πράξη αυτή καταγράφηκε από τον Πλούταρχο, όχι σαν ιστορικό περιστατικό απλώς, αλλά σαν κάτι που αξίζει να μείνει.
Μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ανταγωνισμό και αίμα, αυτή η σκηνή φώτισε την πιο ανεξήγητη πλευρά του ανθρώπου: τη συμπόνια. Δεν ήταν πράξη πολιτικής ή στρατηγικής. Ήταν η φυσική παρόρμηση του να προστατεύσεις εκείνον που δεν μπορεί να προστατευτεί. Κι αυτό έγινε από γυναίκες προς γυναίκες. Μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο, για μία νύχτα, ο πόλεμος σταμάτησε.
Η ιστορία ενέπνευσε αιώνες αργότερα τον Lawrence Alma-Tadema, που την αποτύπωσε στον πίνακά του «Women of Amphissa» το 1887. Η εικόνα του είναι τόσο συγκινητική όσο και το ίδιο το περιστατικό: γυναίκες καθισμένες γύρω από ιέρειες που κοιμούνται, σε μια σπάνια αναπαράσταση της γυναικείας αλληλεγγύης σε καιρό πολέμου.