Χάπια για να κοιμηθεί, ενέσεις για να παίξει: Ο Μαραντόνα πονούσε κάθε μέρα
Ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν έγινε μύθος χάρη στις ουσίες — τις χρησιμοποίησε για να αντέξει τον πόνο. Σωματικό και ψυχικό. Έπαιζε με μισά πόδια και σπασμένη σπονδυλική στήλη, γιατί δεν μπορούσε αλλιώς...
Ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν ντοπαρίστηκε ποτέ για να κλέψει έναν αγώνα. Δεν έψαξε τη νίκη μέσα από χάπια. Τα ψυχοτρόπα τα έπαιρνε μακριά από τα φώτα, τις σκοτεινές ώρες, όταν η δόξα τον βάραινε τόσο, που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Και ταυτόχρονα, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν.
Από πολύ νωρίς, το σώμα του άρχισε να λυγίζει κάτω από το βάρος του ίδιου του ονόματός του. Ο κόσμος τον αποθέωνε, αλλά εκείνος πονούσε: στα πόδια, στη μέση, στην ψυχή. Κάθε ματς ήταν μαρτύριο – με παυσίπονα, κορτιζόνες και μοναξιά.
«Έχω ανάγκη να με έχουν ανάγκη», είχε πει κάποτε.
Μια πρόταση που τα εξηγεί όλα.
Στη Νάπολη, έγινε σχεδόν θεός. Τον πουλούσαν σε εικονίσματα, του έφτιαχναν παρατσούκλια, τον αποθέωναν δίπλα στους αγίους. Όταν τόλμησε να πει πως θέλει να φύγει, οι πιστοί του έριχναν κατάρες. Κέρινα ομοιώματα, καρφωμένα με βελόνες. Την ίδια στιγμή, η Καμόρα τον κρατούσε όμηρο της επιτυχίας του.
Μαραντόνα, η κατάρρευση…
Και τότε άρχισε η κατάρρευση. Πρώτα οι ουσίες, μετά το σκάνδαλο, μετά ο αποκλεισμός. Τον έλεγαν “τελειωμένο”. Ένας ψεύτικος ήρωας που ξεγέλασε τον κόσμο.
Μα ο νεκρός σηκώθηκε. Ο Μαραντόνα ξαναμπήκε στην εθνική Αργεντινής και την οδήγησε στο Μουντιάλ του ’94. Και πάλι, δεν νίκησε. Αλλά μάγεψε. Μέχρι που βρέθηκε θετικός σε εφεδρίνη και αποβλήθηκε.
Και τότε, το ποδόσφαιρο έχασε τον πιο ατίθασο επαναστάτη του.
Ο Μαραντόνα δεν έπαιξε ποτέ “φτιαγμένος” για να κερδίσει. Έπαιξε “σπασμένος” για να επιβιώσει. Και, κόντρα σε όλους, έγινε θρύλος.