Ολυμπιακός: Άλλο Τάιρικ Τζόουνς και άλλο… Μίγια
Άλλο μπάσκετ, άλλο ποδόσφαιρο και όποιος τα βάζει στο ίδιο ζύγι χάνει την ουσία.
Είναι από τα πιο συνηθισμένα λάθη που κάνει ένας φίλαθλος του Ολυμπιακού να συγκρίνει τις μεταγραφές στο μπάσκετ με εκείνες στο ποδόσφαιρο. Η λογική ακούγεται απλή, αλλά στην πραγματικότητα όλα είναι τελείως διαφορετικά. Μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, με άλλες αγορές, άλλα οικονομικά μεγέθη και κυρίως άλλη αγωνιστική επίδραση κάθε παίκτη.
Στο μπάσκετ, ένας παίκτης μπορεί να αλλάξει άμεσα την εικόνα μιας ομάδας. Παίζει τριάντα λεπτά, ακουμπά την μπάλα σε κάθε επίθεση και επηρεάζει το αποτέλεσμα σχεδόν σε κάθε κατοχή. Στο ποδόσφαιρο, ακόμη και μια ακριβή μεταγραφή χρειάζεται χρόνο, προσαρμογή και σωστό πλαίσιο για να φανεί.
Υπάρχει και το θέμα της δομής. Στο μπάσκετ οι ρόλοι είναι συγκεκριμένοι και το ρόστερ μικρό. Στο ποδόσφαιρο οι ισορροπίες είναι πιο εύθραυστες και μια κίνηση μπορεί να επηρεάσει πολλές γραμμές μαζί. Όταν τα βάζεις όλα στο ίδιο σακί, καταλήγεις να κρίνεις λάθος και τα δύο.
Στην Euroleague, το συνολικό «οικοσύστημα» μισθών είναι πολύ πιο χαμηλό. Με 40 εκατ. μπορείς να είσαι στην κορυφή της πυραμίδας, να κρατήσεις κορμό, να πάρεις δύο παίκτες που αλλάζουν επίπεδο και να τους δώσεις ρόλο. Ένας σταρ στο μπάσκετ επηρεάζει τεράστιο ποσοστό των κατοχών, άρα η επένδυση έχει άμεση απόδοση.
Στο ποδόσφαιρο, τα 40 εκατ. είναι συχνά απλώς ένα καλό σημείο εκκίνησης για μισθούς, όχι «όπλο τίτλου». Οι ανταγωνιστές στα μεγάλα πρωταθλήματα και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις κινούνται με πολλαπλάσια ενώ πληρώνεις και κρυφά κόστη που δεν φαίνονται, ατζέντηδες, μπόνους, ρήτρες, μεταπωλητική πολιτική. Και ένας παικταράς μπορεί να κάνει τη διαφορά, αλλά χρειάζεται σύστημα, βάθος, ισορροπία, τύχη σε τραυματισμούς (και στα δύο αθλήματα).
Το σωστό συμπέρασμα είναι άλλο. Στο μπάσκετ το χρήμα σε φέρνει πιο κοντά στο τρόπαιο, στο ποδόσφαιρο το χρήμα σε βάζει απλώς στο τραπέζι και μετά αρχίζουν τα δύσκολα.
Το να συγκρίνεις μεταγραφές μπάσκετ με ποδόσφαιρο είναι αντίστοιχο με το να συγκρίνεις μεταγραφές στο μπάσκετ με αυτές του βόλεϊ ή αυτές του βόλεϊ με εκείνες του χάντμπολ. Κάθε άθλημα έχει τη δική του αγορά, τη δική του ιεραρχία χρημάτων και κυρίως τη δική του σχέση ανάμεσα στην επένδυση και στο αποτέλεσμα.
Στο μπάσκετ, ένας παίκτης μπορεί να καθορίσει ολόκληρη σεζόν. Στο ποδόσφαιρο, ακόμα και οι μεγάλοι σταρ λειτουργούν μέσα σε σύστημα και σε βάθος ρόστερ.
Όταν τα συγκρίνεις όλα με το ίδιο μέτρο, καταλήγεις σε λάθος συμπεράσματα και άδικη κριτική. Το ζητούμενο δεν είναι ποιος «ρίχνει περισσότερα λεφτά», αλλά αν τα λεφτά που ρίχνονται είναι αρκετά για το συγκεκριμένο άθλημα και τον συγκεκριμένο στόχο. Εκεί κρίνεται η σοβαρότητα, όχι στη σύγκριση ανόμοιων κόσμων.
Στο μπάσκετ, με 800.000 μπορείς να πάρεις παίκτη επιπέδου Euroleague που μπαίνει και αλλάζει ισορροπίες άμεσα, όπως π.χ. ο Τάιρικ Τζόουνς. Στο ποδόσφαιρο, ακόμα και τα 10 εκατ. που δεν έδωσε ο Ολυμπιακός το καλοκαίρι για τον Μίγια, πολλές φορές δεν σου αγοράζουν ούτε βεβαιότητα ούτε άμεση απόδοση, απλώς το δικαίωμα να δοκιμάσεις. Όπως έκανε με τον Στρεφέτσα, που έδωσε οκτώ εκατ. ευρώ και δεν του βγήκε. Διαφορετικά μεγέθη, διαφορετική αγορά, άλλο βάρος κάθε ευρώ.