Όρια των οικισμών: Μύθοι και αλήθειες για τα όσα σχεδιάζει η κυβέρνηση
Αντιδράσεις, παρερμηνείες και πολιτικό παρασκήνιο συνοδεύουν τις αλλαγές στον τρόπο οριοθέτησης των μικρών οικισμών – Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη απ’ όσο παρουσιάζεται.
Η επαναχάραξη των ορίων των μικρών οικισμών στη χώρα έχει μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής σύγκρουσης και κοινωνικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, η πραγματικότητα πίσω από τις αλλαγές δεν είναι τόσο δραματική όσο παρουσιάζεται. Οι αποφάσεις του ΣτΕ, οι ερμηνείες της πολιτείας και οι τεχνικές λύσεις που προτείνουν οι μελετητές σχηματίζουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.
Αν και το νέο θεσμικό πλαίσιο προβλέπει την κατάργηση ευεργετικών ρυθμίσεων για περιοχές που είχαν ενταχθεί στα όρια οικισμών με γενναιόδωρες αποφάσεις νομαρχών τη δεκαετία του ’80, δεν παγώνει την οικοδομική δραστηριότητα. Για τουλάχιστον δύο χρόνια, ισχύει το σημερινό καθεστώς και δεν εμποδίζονται οι εκδόσεις οικοδομικών αδειών στους περισσότερους οικισμούς.
Η κριτική επικεντρώνεται στην απόρριψη από το ΣτΕ της περίφημης «ζώνης Γ», η οποία επεδίωκε να ενσωματώσει αυθαίρετα επεκτάσεις παλαιών ορίων. Αν και αναμενόμενη, η απόρριψη δημιούργησε πίεση για εναλλακτικές. Έτσι, το ΥΠΕΝ ενεργοποίησε τις «περιοχές ελέγχου χρήσεων», ώστε να λειτουργήσουν ως ζώνες απορρόφησης της αστικής πίεσης, με περιορισμούς δόμησης, αλλά εκτός σχεδίου.
Ωστόσο, όπως σημειώνουν μελετητές και πανεπιστημιακοί, το εργαλείο αυτό έχει σοβαρούς περιορισμούς. Δεν μπορεί να προβλέπει όρους δόμησης, γεγονός που το καθιστά νομικά αδύναμο και ενδεχομένως μη αποδεκτό από το ΣτΕ. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη για άμεση θεσμοθέτηση νέων τοπικών πολεοδομικών σχεδίων, που θα ορίσουν με ακρίβεια τα όρια και τη χρήση γης.
Η κριτική προς το παρελθόν είναι εξίσου αυστηρή: οι παλαιές οριοθετήσεις θεωρούνται πλέον υπερβολικά «φιλικές» προς την ιδιωτική δόμηση, χωρίς πρόβλεψη για κοινωφελείς χώρους και χωρίς πολεοδομική οργάνωση. Το ζητούμενο πλέον είναι η οριοθέτηση με τεκμηρίωση, η προώθηση της πολεοδόμησης και η αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών.
Η μετάβαση στο νέο πλαίσιο, αν και αναγκαία, συνοδεύεται από σύγχυση. Οι μελετητές καλούνται να ισορροπήσουν μεταξύ κοινωνικών αναγκών, νομικών περιορισμών και αναπτυξιακών στόχων. Στην πράξη, οι συνέπειες θα επηρεάσουν περιορισμένο αριθμό ιδιοκτησιών, κυρίως σε τουριστικές ή αναπτυσσόμενες περιοχές.
Η δημόσια διοίκηση, οι πολιτικοί και οι τεχνικοί φορείς οφείλουν τώρα να αντιμετωπίσουν ένα καίριο ερώτημα: πώς θα προχωρήσει η οικιστική ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον, στη νομιμότητα και στην κοινωνική συνοχή; Γιατί τελικά, ο σχεδιασμός του χώρου είναι υπόθεση που ξεπερνά τα τετραγωνικά και αγγίζει την ίδια την ποιότητα ζωής.