Ο μεγάλος και αγιάτρευτος καημός του Μάρκου Βαμβακάρη
Η συγκινητική και συγκλονιστική συνάμα εξιστόρηση του γιου του, Στέλιου Βαμβακάρη
«Μάρκος ο Συριανός» ο τίτλος του βιβλίου των Γιώργου Θανόπουλου και Διονύση Μανιάτη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Music Corner για τον «Πατριάρχη» του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού.
Σε αυτό μεταξύ άλλων, ο επίσης αλησμόνητος και ξεχωριστός μπουζουξής και δημιουργός, Στέλιος Βαμβακάρης αναφέρει ένα συγκινητικό και συγκλονιστικό συνάμα γεγονός για τον πατέρα του, την καλοσύνη και την ευαισθησία του.
Λέει ο Στέλιος για τον Μάρκο Βαμβακάρη:
«Και μετά μην ξεχνάς και ένα άλλο πράγμα, ότι ο Μάρκος είχε σκοτώσει τόσα ζώα, ήτανε σφάχτης στα σφαγεία και αυτό το “μπινελίκι” που είχε από τις δολοφονίες που έκανε εκεί με τα μαχαίρια, το έφερε βαρέως. Και μια ημέρα τα πέταξε όλα αυτά από επάνω του. Ήταν ένα αφεντικό στα σφαγεία στην Πειραιώς που τον είχε το Μάρκο “number one” στο σφάξιμο των ζώων. Ο Μάρκος είχε κάποτε πάρει ένα μικρό μοσχαράκι και το μεγάλωνε, δεν ξέρω πώς έλαχε, ήτανε μικρό το πήρε και το τάϊζε. Αυτό με τον καιρό μεγάλωσε, έγινε ολόκληρο ζώο. Όταν μια μέρα του είπε το αφεντικό του “πάρ’ το”, ο Μάρκος έπαθε την πλάκα του γιατί πίστευε ότι το ζώο καταλάβαινε ότι το πάει να το σκοτώσει. Του λέει του αφεντικού “δεν το κάνω”, το αφεντικό του λέει “θα το κάνεις” και με τα πολλά ο Μάρκος ξεκίνησε να πάει να σκοτώσει το ζώο. Μου ‘λεγε ότι είχε ένα μαχαίρι μικρό, το οποίο το κάρφωνε πάνω από το σβέρκο του ζώου και με μια μαχαιριά έπεφτε κατευθείαν κάτω το ζώο. Πώς όμως να σκοτώσει ένα ζώο που υπεραγαπούσε; Ένα ζώο που τον έβλεπε και δάκρυζε; Όλο αυτό έκανε το Μάρκο να πετάξει στο πάτωμα του σφαγείου την ποδιά του χασάπη. Πάει στο αφεντικό και του λέει “άντε γαμήσου κι εσύ και η δουλειά που κάνεις” και έτσι καθάρισε ο άνθρωπος με τα μαχαίρια. Όμως όλο αυτό το πράγμα τον κυνήγαγε το Μάρκο και για να του γιάνει ο καημός, για να μπορέσει να ξεφύγει, άρχισε να φροντίζει κάθε ζώο που έβλεπε μπροστά του, γαϊδάρους κουτσούς, άλογα παραπεταμένα του τα φέρνανε και τα έβαζε σε μια μάντρα που είχε νοικιάσει κοντά στο σπίτι μας και τα τάϊζε και τα φρόντιζε. Με τα άλογα και με τους γαϊδάρους είχε πολλές γνώσεις ο Μάρκος. Είχε κι αρκετούς φίλους οι οποίοι είχαν άλογα, μάντρες, σούστες…»