Tι γινόταν στην Αρχαία Αθήνα αν δύο άνδρες ήθελαν να παντρευτούν την ίδια γυναίκα;
Υπήρχε φλερτ ή γάμος από έρωτα μεταξύ ελεύθερων πολιτών;
Στην Αρχαία Αθήνα, ο γάμος δεν ήταν θέμα ερωτικής επιλογής, αλλά κυρίως οικογενειακής συμφωνίας, κοινωνικής θέσης και νομικής διαδοχής. Οπότε, αν δύο άνδρες ήθελαν να παντρευτούν την ίδια γυναίκα, δεν υπήρχε “ανταγωνισμός” με την έννοια της σύγχρονης ρομαντικής διεκδίκησης. Αντίθετα, υπήρχαν κανόνες που καθόριζαν ποιος είχε το δικαίωμα.
Η κυρίαρχη φιγούρα ήταν ο “κύριος” της γυναίκας, δηλαδή ο πατέρας ή, αν δεν ζούσε, ο αδελφός ή κηδεμόνας. Εκείνος αποφάσιζε ποιον θα παντρευτεί η κόρη του, με γνώμονα τη συγγένεια (π.χ. με ενδοοικογενειακούς γάμους), την περιουσία, την πολιτική συμμαχία.
Αν η γυναίκα ήταν κληρονόμος (ἐπίκληρος), ο πλησιέστερος άνδρας συγγενής είχε νομικό δικαίωμα να την παντρευτεί ώστε να παραμείνει η περιουσία στην οικογένεια. Αν δεν ήθελε, μπορούσε να παραιτηθεί υπέρ άλλου.
Αν δύο άντρες τη διεκδικούσαν δεν υπήρχε δικαίωμα επιλογής από την ίδια τη γυναίκα. Δεν υπήρχε μονομαχία ή δικαστική διαδικασία για τη “διεκδίκηση”. Ο κύριος ή ο νόμος περί επίκληρων έκρινε ποιος μπορούσε να την παντρευτεί.
Δεν υπήρχε φλερτ ή γάμος από έρωτα μεταξύ ελεύθερων πολιτών.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα σύγκρουσης για μια γυναίκα στην Αρχαία Αθήνα εμφανίζεται στον λόγο Ισαίου «Περί του κυρίου της ἐπικλήρου» (4ος αιώνας π.Χ.).
Ο λόγος αφορά μια ἐπίκληρο — δηλαδή μια γυναίκα χωρίς αδέλφια, που κληρονομεί την περιουσία του πατέρα της. Κατά τον αθηναϊκό νόμο, ο πλησιέστερος συγγενής είχε νόμιμο δικαίωμα (και σε κάποιες περιπτώσεις υποχρέωση) να την παντρευτεί για να συνεχιστεί η γενιά του πατέρα της.
Σε μία διάσημη, παρόμοια υπόθεση της Αρχαίας Αθήνας, δύο άνδρες εμφανίστηκαν και ισχυρίστηκαν πως είναι ο πλησιέστερος συγγενής της. Ο καθένας διεκδικούσε την κληρονομιά μέσω του γάμου. Η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο (δικαστήριο επί κλήρου) και ο ρήτορας Ισαίος εκπροσωπεί τον έναν από αυτούς, αναπτύσσοντας με μεγάλη δεξιοτεχνία την οικογενειακή του σχέση και τη νομιμότητα της διεκδίκησής του.
Στον λόγο του Ισαίου πάντως, δυστυχώς δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα την έκβαση της δίκης. Όπως συμβαίνει συχνά με τους σωζόμενους ρητορικούς λόγους της αρχαιότητας, το κείμενο σταματά στην επιχειρηματολογία και δεν διασώζεται η απόφαση του δικαστηρίου.