Άγγλίδα ταξιδιώτισσα περιγράφει πώς ήταν να ζεις σε ελληνικό σπίτι στην Αθήνα πριν από 150 χρόνια
Η Αθήνα του 19ου αιώνα μέσα από τα μάτια μιας Αγγλίδας. Το σπίτι έβραζε από ζωή, θόρυβο και φαγητό που άλλαζε μορφή. Ο ύπνος ήταν πολυτέλεια.
Η Elizabeth Mayhew Edmonds έφτασε στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα, όχι ως τουρίστρια, αλλά με σκοπό να μάθει ελληνικά. Και αποφάσισε πως ο μόνος τρόπος να το πετύχει, ήταν να ζήσει όπως οι Έλληνες. Όχι στα ξενοδοχεία των Άγγλων, αλλά σε σπίτι μεσοαστικής οικογένειας, δίπλα σε νοικοκυρές, υπηρέτριες, παιδιά, φωνές, καθηγητές, πιάτα που έτριζαν, και παπλώματα που δεν έμεναν στη θέση τους.
Το σπίτι βρισκόταν στους πρόποδες του Λυκαβηττού και είχε θέα προς την Ακρόπολη. Ανήκε στον κύριο Κερασό, καθηγητή φιλολογίας, έναν άνθρωπο που είχε ξεκινήσει φτωχός από τη Μακεδονία και είχε φτάσει να σπουδάσει στη Λειψία. Δίπλα του, η γυναίκα του, Αντιόπη, μια μορφωμένη και δυναμική οικοδέσποινα. Το σπίτι τους ήταν κόσμος ολόκληρος. Και η καθημερινότητα, ένα οργανωμένο χάος.
Από την πρώτη μέρα, η Άγγλίδα κατάλαβε ότι η έννοια της ησυχίας δεν υπήρχε. Οι υπηρέτριες φώναζαν η μία στην άλλη από όροφο σε όροφο, η κουζίνα έβραζε από νεύρα και μνήμες, και τα βήματα δεν σταματούσαν ούτε για ένα λεπτό. Την ξυπνούσαν κάθε πρωί οι φωνές που ανέβαιναν τη σκάλα. «Όλοι στην Ελλάδα φωνάζουν σαν να βρίσκονται στο αποκορύφωμα μιας υστερίας», γράφει.
Στο φαγητό, όλα ήταν εμπειρία. Μια μέρα της σέρβιραν κάτι που της είπαν ότι ήταν μανιτάρι. Είχε ήδη δαγκώσει όταν κατάλαβε πως ήταν χταπόδι. Άλλη φορά, το τραπέζι γέμισε κεφάλια αρνιών με μάτια. Η Αντιόπη χαμογελούσε περήφανα, η μαγείρισσα Αθηνά είχε ξεχάσει τα υλικά, αλλά το φαγητό σερβιρίστηκε έτσι κι αλλιώς. Η κουζίνα ήταν ιερός χώρος, αλλά και αρένα. Η φροντίδα και η φασαρία συνυπήρχαν με φυσικότητα.
Το βράδυ, την περίμενε ένα σεντόνι και από πάνω ένα επάπλωμα βαρύ, φτιαγμένο για χειμώνα, ακόμα κι αν είχε ζέστη. Το πάπλωμα δεν καθόταν ποτέ στη θέση του. Κάθε πρωί το έβρισκε στο πάτωμα, και όταν ζήτησε δεύτερο σεντόνι, την κοίταξαν σαν να ζήτησε πολυτέλεια απαγορευμένη. Το μαξιλάρι ήταν σκληρό σαν πέτρα. Ο ύπνος δεν ήταν ακριβώς ξεκούραση, ήταν προσαρμογή.
Το σπίτι είχε σαλόνι που έμενε κλειστό, σκοτεινό, με βαριά έπιπλα και κουρτίνες τραβηγμένες. Άνοιγε μόνο σε γάμους ή βαφτίσεις. Το πιάνο ήταν καλυμμένο, τα σεμεδάκια καλοσιδερωμένα, και ο ήλιος απαγορευμένος. Ήταν δωμάτιο-μνημείο, όχι χώρος ζωής. Εκεί φαινόταν και η διαφορά τάξης: το σπίτι ήταν γεμάτο φωνές και κίνηση, αλλά κάποιοι χώροι είχαν νόμους σιωπής.
Ο κύριος Κερασός, που είχε φτάσει στην Αθήνα ορφανός στα 12 του, δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του. Η Edmonds έμαθε την ιστορία του από άλλους. Δούλεψε για να σπουδάσει, έμαθε γλώσσες μόνος του, και με υπομονή και φιλοδοξία έγινε καθηγητής. Πίστευε στη μόρφωση, αλλά όχι στη μόρφωση των γυναικών. Οι κόρες του δεν έπρεπε να διαβάζουν, και το ίδιο πίστευε και η εκκλησία. Η Edmonds, ως γυναίκα, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα τοίχο: της μιλούσαν, την σεβόντουσαν, αλλά ποτέ δεν την έπαιρναν στα σοβαρά όταν ήθελε να συζητήσει ιδέες.
Έζησε εκεί οκτώ εβδομάδες. Έμαθε ελληνικά, αλλά έμαθε και κάτι πιο σημαντικό: πώς λειτουργεί μια οικογένεια, πώς επιβιώνει η φιλοδοξία μέσα στο θόρυβο, και πώς, πίσω από τη φασαρία, κρύβονται γενιές ανθρώπων που προσπαθούν. Οι γυναίκες, οι υπηρέτριες, οι άνδρες, τα παιδιά. Όλοι έμοιαζαν να φωνάζουν. Αλλά μέσα από τις φωνές, οικοδομούσαν έναν κόσμο. Και η Αθήνα, που της φαινόταν αρχικά άγρια, έγινε γι’ αυτήν πιο αληθινή από οποιοδήποτε βιβλίο.