Ένα πλοίο γεμάτο πτώματα έφτασε στη Δανία το 1349. Έτσι ξεκίνησε ο Μαύρος Θάνατος που σκότωσε πάνω από τον μισό πληθυσμό.
Ήταν όλοι νεκροί, με μαύρα πρόσωπα και πρησμένα σώματα. Κανείς δεν ήξερε τότε πως η πανούκλα είχε μόλις φτάσει.
Ήταν ένα πλοίο χωρίς ζωντανό άνθρωπο πάνω του. Είχε ξεκινήσει από λιμάνι της Βόρειας Γερμανίας και προσάραξε στη βόρεια Γιουτλάνδη. Όσοι το πλησίασαν, δεν βρήκαν κανέναν επιζώντα. Μόνο νεκρούς, μελανιασμένους, πρησμένους, με πρόσωπα μαύρα και μάτια κλειστά από το πύον. Οι χωρικοί που ανέβηκαν να δουν τι είχε συμβεί, δεν το ήξεραν ακόμα, αλλά είχαν μόλις φέρει τον θάνατο σε όλη τη χώρα.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι πρώτες περιπτώσεις πανώλης καταγράφηκαν στη γύρω περιοχή. Οι ψύλλοι που μετέφεραν την ασθένεια είχαν ήδη περάσει σε ανθρώπους και ζώα. Η πανούκλα εξαπλώθηκε με ταχύτητα που κανείς δεν μπορούσε να ελέγξει. Στα χωριά πέθαιναν πενήντα άτομα τη μέρα. Στις πόλεις, το θέαμα ήταν ακόμα χειρότερο: σοροί στους δρόμους, εκκλησίες κλειστές, και ιερείς που δεν προλάβαιναν ούτε ταφή να κάνουν.
Μέσα σε δύο χρόνια, η πανούκλα είχε καταστρέψει τη Δανία. Σύμφωνα με χρονικά της εποχής, πέθανε το 33% έως 66% του πληθυσμού. Στη Ριμπ, 12 ενορίες ενώθηκαν σε μία επειδή δεν είχε μείνει κανείς. Πολλές πόλεις ερημώθηκαν. Κάποια χωριά εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά από τον χάρτη. Όμως ο βασιλιάς δεν φάνηκε να συγκινείται.
Ο Βάλντεμαρ Δ΄, γνωστός και ως Άττερνταγκ, έμεινε ακλόνητος. Αντί να μειώσει τους φόρους, τους αύξησε. Αντί να στηρίξει τον λαό, εκμεταλλεύτηκε τον θάνατο για να κατασχέσει γη και περιουσίες από ευγενείς που είχαν σβηστεί από την πανούκλα. Αν και όλη η χώρα καιγόταν, εκείνος έβλεπε ευκαιρίες. Ήξερε ότι η φρίκη δεν θα κρατούσε για πάντα και ετοίμαζε την επόμενη του κίνηση.
Ο λαός εξεγέρθηκε. Οι ευγενείς συνωμοτούσαν. Αλλά ο Βάλντεμαρ είχε ήδη κάνει την κίνηση του. Με τις νέες γαίες και τους φόρους, έχτισε έναν ισχυρό στρατό. Ανακατέλαβε τη νότια Γιουτλάνδη, επέβαλε ξανά τον παλαιό βασιλικό τίτλο και διέλυσε κάθε έννοια συντάγματος. Δεν είχε πια ανάγκη να τηρεί τίποτα.
Η Δανία που βγήκε από τον Μαύρο Θάνατο δεν ήταν η ίδια. Ήταν πιο φτωχή, πιο άδεια, πιο φοβισμένη. Αλλά ο βασιλιάς της ήταν πια πιο δυνατός από ποτέ. Όλα ξεκίνησαν από ένα πλοίο γεμάτο πτώματα. Και όλα τελείωσαν με την απόλυτη κυριαρχία ενός ανθρώπου που δεν λύγισε ούτε μπροστά στον θάνατο.