Καταγράφουν κάθε λέξη πριν πεθάνουν. Μερικοί ζητούν συγχώρεση, άλλοι δηλώνουν αθώοι, κι άλλοι αστειεύονται μέχρι την τελευταία ανάσα.
Στη στιγμή πριν τον θάνατο, η φωνή είναι το μόνο που απομένει. Καταγράφεται. Όπως ακούστηκε. Είτε είναι συγγνώμη, είτε γέλιο, είτε μια αθώα κουβέντα.
Στις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών που εφαρμόζουν τη θανατική ποινή, κάθε εκτέλεση συνοδεύεται από μια διαδικασία σχεδόν τελετουργική. Πίσω από το ψυχρό πρωτόκολλο και τους σιωπηλούς διαδρόμους των φυλακών, υπάρχει μια στιγμή που διαφέρει. Είναι η στιγμή πριν από τη χορήγηση της θανατηφόρας ένεσης. Και εκεί, ακριβώς πριν το σώμα χαθεί, η φωνή του καταδικασμένου καταγράφεται. Κάθε λέξη. Κάθε συλλαβή. Ακόμα κι η σιωπή.
Οι δηλώσεις αυτές δεν είναι υποχρεωτικές. Κανείς δεν αναγκάζεται να μιλήσει. Κι όμως, οι περισσότεροι λένε κάτι. Άλλοι ψιθυρίζουν μια προσευχή, ένα “Θεέ μου, συγχώρεσέ με”. Άλλοι ζητούν συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων. Υπάρχουν κι αυτοί που επιμένουν μέχρι τέλους πως είναι αθώοι. Που κοιτούν στα μάτια τους δεσμοφύλακες και λένε: “Σκοτώνετε λάθος άνθρωπο”. Και μερικοί, πιο σπάνια, χαμογελούν και πετούν μια ατάκα που παγώνει την αίθουσα: “Το ψάρι σήμερα ήταν καλύτερο από χθες”, “Πείτε στη μαμά μου ότι της έκανα πλάκα”, “Να θυμάστε: το να ζεις είναι πιο δύσκολο από το να πεθαίνεις”.
Η πολιτεία του Τέξας, για χρόνια, διατηρούσε ανοιχτό αρχείο με τις τελευταίες δηλώσεις των εκτελεσμένων. Φράσεις κομμένες σαν από θεατρικό μονόπρακτο, γεμάτες αγωνία, ειρωνεία, αλήθεια, πόνο. Μια ανθρώπινη βιβλιοθήκη του τέλους. Σε πολλές περιπτώσεις, το κοινό διάβαζε αυτές τις δηλώσεις με περιέργεια. Άλλες φορές, με συγκίνηση. Για κάποιους, ήταν μια μορφή δικαιοσύνης. Για άλλους, μια υπενθύμιση της αποτυχίας της.
Κάποιοι κρατούμενοι είχαν προετοιμάσει τις τελευταίες τους λέξεις μέρες πριν. Τις είχαν γράψει, τις είχαν απομνημονεύσει, τις είχαν προβάλλει σαν τελευταίο μήνυμα προς τον κόσμο. Άλλοι αυτοσχεδίασαν. Κι άλλοι έκλαψαν, δεν είπαν τίποτα και αρκέστηκαν σε ένα νεύμα προς κάποιον πίσω από το τζάμι.
Κι έτσι, μέσα σε αίθουσες με λευκά φώτα και τοίχους που δεν θυμούνται, κάθε εκτέλεση μένει καταγραμμένη με μια φωνή. Όχι για να μείνει στην ιστορία. Αλλά για να μην μείνει χωρίς μάρτυρες. Γιατί στο τέλος, ό,τι κι αν έχει κάνει κανείς, η φωνή του, όσο αδύναμη κι αν είναι, παραμένει ανθρώπινη.