Με τρομοκρατεί η ιδέα ότι η κακή μουσική θα μείνει για πάντα. Η προφητική ατάκα του συνθέτη του πρώτου ηχογραφημένου τραγουδιού
Όταν άκουσε το τραγούδι του από τον φωνόγραφο του Έντισον, δεν χάρηκε
Το ημερολόγιο έγραφε 5 Οκτωβρίου 1888 όταν ο Άγγλος συνθέτης Arthur Sullivan κάθισε μπροστά στον φωνόγραφο του Τόμας Έντισον. Είχε μόλις ακούσει τη δική του μουσική, το “The Lost Chord”, να παίζει από μια συσκευή που μπορούσε να αποθηκεύσει ήχο. Ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία που κάποιος άκουγε το ίδιο του το έργο ηχογραφημένο.
Αντί να ενθουσιαστεί, ο Sullivan ηχογράφησε ένα μήνυμα με τρεμάμενη φωνή. Ευχαρίστησε τον Έντισον, αλλά κατέληξε με μια φράση που έμοιαζε περισσότερο με κατάρα παρά με έπαινο: «Με τρομοκρατεί η ιδέα ότι τόσο άσχημη και κακή μουσική μπορεί να καταγραφεί και να μείνει για πάντα».
Για έναν συνθέτη που μεγάλωσε με παρτιτούρες, συμφωνίες και εκκλησιαστικά όργανα, η ιδέα της αιωνιότητας δεν ήταν μεταφυσική. Ήταν τεχνική. Αν κάθε ήχος μπορεί να αποθηκευτεί, τότε ο κόσμος θα γεμίσει με σκουπίδια, θόρυβο, κακόγουστη μουσική. Η αισθητική κρίση θα χαθεί μέσα στη μαζική παραγωγή.
Ο Sullivan δεν πίστευε ότι το δικό του τραγούδι ήταν κακό. Το αντίθετο: το “The Lost Chord” γράφτηκε δίπλα στο νεκροκρέβατο του αδελφού του. Ήταν μια προσευχή χωρίς λόγια. Και ίσως γι’ αυτό φοβήθηκε: αν κάτι τόσο ιερό ηχογραφείται, τι γίνεται με τα ευτελή; Πόσες κακοφωνίες θα αντέξει το μέλλον;
Ήταν μια προφητεία για τον 20ό αιώνα. Για την εποχή που κάθε φάλτσο, κάθε επιφανειακή μελωδία, κάθε εύκολο ρεφρέν θα μπορεί να μείνει για πάντα. Όχι επειδή το αξίζει. Αλλά επειδή μπορεί.
Περισσότερο από τεχνικό κατόρθωμα, η πρώτη ηχογράφηση ήταν υπαρξιακό σοκ. Ο άνθρωπος που την έκανε, δεν πανηγύρισε. Φοβήθηκε. Γιατί ήξερε τη δύναμη της αιωνιότητας. Και ήξερε ότι η αιωνιότητα δεν έχει φίλτρα.