Μια λέξη είπε και 5000 στρατιώτες σταμάτησαν την ανταρσία. Τόσο φοβερός ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας
Δεν χρειάστηκε σπαθί, ούτε λόγια. Ο Καίσαρας είπε μια λέξη και ολόκληρος ο στρατός του λύγισε.
Ήταν η πιο επικίνδυνη στιγμή της καριέρας του. Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε κατακτήσει τη Γαλατία, είχε διασχίσει τον Ρουβίκωνα, είχε τρομοκρατήσει τη Σύγκλητο. Αλλά τώρα, βρισκόταν μπροστά σε κάτι χειρότερο: τους ίδιους του τους στρατιώτες. Εξαγριωμένοι, αγανακτισμένοι και κουρασμένοι, είχαν σηκώσει κεφάλι. Μιλούσαν για ανταρσία. Ήθελαν λεφτά, άδειες, αναγνώριση.
Ο Καίσαρας δεν έφερε σωματοφύλακες. Δεν ούρλιαξε, δεν απείλησε, δεν υποσχέθηκε. Ανέβηκε σε ένα υπερυψωμένο σημείο και τους κοίταξε. Τότε, με απόλυτη ψυχραιμία, τους φώναξε μία λέξη μόνο. Μία λέξη που τους τράνταξε περισσότερο κι από σεισμό. Δεν τους αποκάλεσε στρατιώτες. Τους αποκάλεσε Quirites: πολίτες. Ούτε καν αποστρατευμένους. Πολίτες.
Η λέξη ήταν καταδίκη. Δεν ήταν πλέον τιμημένοι λεγεωνάριοι. Δεν ήταν αδέλφια στο αίμα του Καίσαρα. Δεν ήταν οι γενναίοι που πέρασαν μαζί του τις Άλπεις. Ήταν απλοί Ρωμαίοι πολίτες. Σαν να τους είπε: «Δεν μου είστε πλέον χρήσιμοι. Δεν είστε άξιοι να φοράτε πανοπλία». Και αυτό τους διέλυσε περισσότερο από κάθε τιμωρία.
Η σιωπή που έπεσε λέγεται ότι ήταν απόλυτη. Σαν να μην υπήρχε αέρας. Σαν να πάγωσε η Ιστορία. Μερικοί έσκυψαν το κεφάλι. Άλλοι άρχισαν να κλαίνε. Οι πιο γενναίοι βγήκαν μπροστά και του ζήτησαν συγγνώμη. Ολόκληρος ο στρατός γονάτισε μπροστά του. Και αυτός, σαν πατέρας που μαλώνει τα παιδιά του, τους συγχώρεσε. Η ανταρσία τελείωσε.
Κάποιοι λένε ότι αυτή ήταν η πιο εντυπωσιακή νίκη του Καίσαρα. Όχι επειδή νίκησε εχθρούς. Αλλά επειδή νίκησε τις καρδιές αυτών που μπορούσαν να τον σκοτώσουν με μια κίνηση. Και το έκανε χωρίς όπλο, χωρίς βία, χωρίς απειλή. Το έκανε με μια λέξη. Με τη σωστή λέξη, την κατάλληλη στιγμή.