Ο Έλληνας που έφτιαξε τον Λαβύρινθο, σκότωσε από ζήλια, και τον έκαναν θεό στις όχθες του Νείλου
Ήταν ο πρώτος μεγάλος τεχνίτης της Ιστορίας. Έφτιαξε τον Λαβύρινθο, σκότωσε από ζήλια, έφυγε με φτερά και έγινε θεός στην Αίγυπτο.
Ο Δαίδαλος γεννήθηκε στην Αθήνα, από αρχοντικό γένος. Ήταν απόγονος του Ερεχθέα και του Κέκροπα, τους πρώτους βασιλιάδες της πόλης. Το όνομά του έγινε συνώνυμο με την τεχνική ευφυΐα. Ήταν ο πρώτος που απελευθέρωσε τα χέρια από το σώμα στα γλυπτά και πρόσθεσε εκφράσεις στα μάτια. Έλεγαν ότι τα αγάλματά του μπορούσαν να περπατήσουν.
Όμως κάτω από αυτή την ιδιοφυία έκρυβε και ένα σκοτεινό πάθος: τη ζήλια. Ο νεαρός ανιψιός του, ο Τάλως, είχε ανακαλύψει το πριόνι, εμπνευσμένος από τη ραχοκοκαλιά ενός ψαριού. Ο Δαίδαλος ένιωσε να απειλείται. Όταν βρέθηκαν μαζί στην Ακρόπολη, ο Τάλως έπεσε από τα τείχη. Άλλοι λένε παραπάτησε. Άλλοι ότι τον έσπρωξε ο ίδιος ο δάσκαλός του.
Ο Άρειος Πάγος τον καταδίκασε για τον θάνατο του παιδιού και ο Δαίδαλος εξορίστηκε. Κατέφυγε στην Κρήτη, στην αυλή του Μίνωα, όπου ανέλαβε την πιο διάσημη κατασκευή της αρχαιότητας: τον Λαβύρινθο. Ένα οικοδόμημα τόσο πολύπλοκο, που μόνο αυτός μπορούσε να χαρτογραφήσει. Εκεί μέσα φυλακίστηκε ο Μινώταυρος. Εκεί ξεκίνησαν όλα.
Ο βασιλιάς τον κρατούσε αιχμάλωτο στο νησί. Του επέτρεπε να ζει με τιμές, αλλά όχι να φύγει. Όταν ο Δαίδαλος βοήθησε την Αριάδνη να σώσει τον Θησέα, η οργή του Μίνωα ήταν άγρια. Ο τεχνίτης κλείστηκε στον ίδιο του τον Λαβύρινθο. Δεν υπήρχε πόρτα διαφυγής. Υπήρχε όμως εφεύρεση. Ο Δαίδαλος έφτιαξε φτερά από κερί και φτερά πουλιών για τον ίδιο και τον γιο του, τον Ίκαρο.
Πέταξαν μακριά από την Κρήτη. Ο Ίκαρος όμως δεν υπάκουσε στις οδηγίες. Ανέβηκε ψηλά, πλησίασε τον ήλιο και το κερί έλιωσε. Έπεσε στη θάλασσα. Ο πατέρας του έφτασε μόνος στη Σικελία. Βασιλιάς εκεί ήταν ο Κώκαλος. Τον δέχτηκε με χαρά, αλλά πίσω του τον ακολουθούσε η σκιά του Μίνωα.
Ο βασιλιάς της Κρήτης ταξίδεψε ως τη Σικελία με ένα παράξενο αίτημα. Κρατούσε ένα κοχύλι και ζητούσε από τους βασιλιάδες της Μεσογείου να περάσουν μια κλωστή από μέσα του. Ήξερε ότι μόνο ο Δαίδαλος μπορούσε να λύσει τέτοιο γρίφο. Ο Δαίδαλος έδεσε την κλωστή σε ένα μυρμήγκι και έβαλε λίγο μέλι στο άλλο άκρο. Το μυρμήγκι πέρασε από το εσωτερικό του κοχυλιού. Ο Μίνωας ήξερε: είχε βρει τον φυγά.
Ο Κώκαλος προσποιήθηκε πως θα τον παραδώσει. Τον έβαλε πρώτα να κάνει λουτρό. Στο μπάνιο, οι κόρες του Κώκαλου έπνιξαν τον Μίνωα. Το τέλος του πιο διάσημου βασιλιά της Κρήτης δεν γράφτηκε σε πεδίο μάχης, αλλά σε μαρμάρινη μπανιέρα. Το πτώμα του θάφτηκε στον Ακράγαντα. Οι στρατιώτες του έμειναν εκεί και η πόλη πήρε προσωρινά το όνομα Μίνωα.
Ο Δαίδαλος έζησε μέρες δόξας στη Σικελία. Αλλά η σκιά του Ίκαρου δεν έφυγε ποτέ από δίπλα του. Κάποιοι λένε ότι αργότερα ακολούθησε τον Θησέα στην εκστρατεία του εναντίον της Κρήτης. Άλλοι ότι πέθανε στην Αίγυπτο, όπου σε ένα νησάκι του Νείλου οι ντόπιοι τον τίμησαν ως θεό. Εκεί ο Έλληνας τεχνίτης έγινε αθάνατος.