Ο πιο επικίνδυνος λαός στην ιστορία. Έπρεπε να σκοτώσουν σε κάθε γάμο και κηδεία, ακόμα και στις γεννήσεις.
Σκότωναν για να βαφτίσουν τα παιδιά τους, για να παντρευτούν, και για να συνοδέψουν τους νεκρούς.
Στην Παπούα Νέα Γουινέα, ανάμεσα σε βουνά, πυκνές ζούγκλες και αποκομμένα χωριά, υπήρχαν κάποτε κοινωνίες όπου η δολοφονία δεν ήταν έγκλημα αλλά τελετή. Για τους πολεμιστές των φυλών Asmat, Dani ή Marind-Anim, ο θάνατος ενός ξένου σήμαινε τη ζωή ενός δικού τους. Η βία δεν ήταν απλώς ανεκτή, ήταν υποχρεωτική. Ένα παιδί που γεννιόταν δεν μπορούσε να πάρει όνομα, αν πρώτα ο πατέρας δεν είχε αφαιρέσει μια ζωή.
Οι δολοφονίες δεν γίνονταν κρυφά. Είχαν τελετουργικό χαρακτήρα. Σε ορισμένες φυλές, η γέννηση ενός παιδιού απαιτούσε την προσφορά ενός «ανθρώπινου ονόματος»· μόνο αφού χυνόταν αίμα μπορούσε το βρέφος να αναγνωριστεί ως μέλος της κοινότητας. Αν αυτό δεν συνέβαινε, το παιδί θεωρούνταν ακόμα μισο-φάντασμα, ένα πλάσμα χωρίς υπόσταση. Οι πατέρες, χωρίς επιλογή, γίνονταν δολοφόνοι από τιμή, όχι από μίσος.
Στους γάμους, η αιματοχυσία ήταν εξίσου αναγκαία. Ένας άντρας που δεν είχε σκοτώσει ποτέ, δεν ήταν άντρας. Δεν μπορούσε να παντρευτεί, να αποκτήσει δική του καλύβα, να φέρει δική του οικογένεια στον κόσμο. Ήταν «ανώριμος», παιδί ακόμα, ανεξαρτήτως ηλικίας. Το αίμα κάποιου άλλου ήταν ο μόνος τρόπος για να αποδείξει την ανδρεία του και να περάσει στο επόμενο στάδιο της ζωής. Ο φόνος δεν ήταν έγκλημα – ήταν βήμα ενηλικίωσης.
Οι κηδείες ήταν ίσως οι πιο παράξενες στιγμές της θυσιαστικής αυτής κοινωνίας. Όταν πέθαινε κάποιος, το πνεύμα του έμενε ανικανοποίητο αν δεν συνοδευόταν από άλλο θάνατο. Έπρεπε να βρεθεί ένας εχθρός, ένας αντίπαλος, ακόμα και ένας τυχαίος ξένος. Να σκοτωθεί ως «δώρο» στον νεκρό, ώστε να περάσει με τιμή στον κόσμο των πνευμάτων. Χωρίς αυτή την πράξη, πίστευαν ότι το πνεύμα του νεκρού θα επέστρεφε και θα βασάνιζε την κοινότητα.
Η έννοια της δικαιοσύνης σε αυτούς τους λαούς βασιζόταν στη συμμετρία της βίας. Αν σκοτωθεί κάποιος δικός σου, πρέπει να σκοτώσεις έναν δικό τους. Αν σκοτώσεις, αναμένεις εκδίκηση. Έτσι, γενιές ολόκληρες μεγαλώνουν μέσα σε κύκλους αίματος, δίνοντας και παίρνοντας θανάτους, όπως εμείς δίνουμε συγχαρητήρια ή συγνώμες. Κάθε πράξη, από τη γέννηση μέχρι την ταφή, απαιτούσε θυσία.
Ο πολιτισμός των Asmat και των άλλων φυλών δεν ήταν απλώς βίαιος – ήταν τελετουργικά βίαιος. Ο φόνος είχε κανόνες, είχε λογική, είχε θεϊκή σημασία. Τα κρανία των εχθρών στολίζανε καλύβες, οι ιαχές της σφαγής θεωρούνταν προσευχές. Και το πιο συγκλονιστικό; Αυτά όλα δεν έγιναν σε αρχαίους χρόνους. Συνέβαιναν ακόμα και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και τη δεκαετία του ’70.
Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που μπήκαν σε αυτά τα χωριά πάγωσαν από την ένταση. Δεν αντιμετώπισαν αγριότητα. Αντιμετώπισαν έναν οργανωμένο πολιτισμό, μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, όπου η ζωή δεν είχε αξία χωρίς θάνατο. Κάθε κοινωνική μετάβαση, κάθε μύηση, κάθε τελετή, είχε ως προϋπόθεση το αίμα ενός άλλου ανθρώπου.
Σήμερα, τα περισσότερα από αυτά τα τελετουργικά έχουν απαγορευτεί ή εξαφανιστεί. Αλλά στις μνήμες των παλαιών, και σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές, οι ιστορίες συνεχίζουν να λέγονται. Ιστορίες που φαντάζουν ακραίες, και όμως ήταν πραγματικότητα. Ένας λαός που δεν σκότωνε, δεν μπορούσε να υπάρξει. Ένας πατέρας που δεν είχε αφαιρέσει ζωή, δεν είχε παιδί. Ένα ζευγάρι χωρίς αίμα, δεν είχε δικαίωμα στον έρωτα. Και ένας νεκρός χωρίς συνοδευτικό φόνο, δεν έβρισκε ποτέ γαλήνη.