Πέθανε την ώρα που γύριζε την ταινία του. Ο Αγγελόπουλος έφυγε χτυπημένος από τη ζωή, όπως ακριβώς τη σκηνοθετούσε.
Πέθανε την ώρα που γύριζε σκηνή για την Ελλάδα της κρίσης. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν πρόλαβε να πει «κοπή».
Την Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έκανε αυτό που έκανε πάντα: σκηνοθετούσε την Ελλάδα. Η ταινία του λεγόταν «Η άλλη θάλασσα», ένα σχόλιο για την κρίση, τα σύνορα, τη μετανάστευση, το τέλος των ονείρων. Γύριζε σκηνές στη Δραπετσώνα. Έκανε κρύο, είχε μουντάδα, ένα τοπίο που θα ταίριαζε σε όλες του τις ταινίες. Ένα μηχανάκι τον χτύπησε καθώς περνούσε τον δρόμο με το βλέμμα του καρφωμένο στον ουρανό. Δεν τον πρόλαβαν.
Έφυγε ακαριαία, μέσα σε γυρίσματα. Έφυγε μέσα στο κάδρο. Δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία του ταινία. Δεν είχε προλάβει να πει όλα όσα ήθελε. Το ειρωνικό; Το φιλμ μιλούσε για μια Ελλάδα που πνίγεται, που δεν έχει πια ελπίδα. Κι αυτός έπεσε ακριβώς πάνω στην εικόνα. Δεν πρόλαβε να φωνάξει «κοπή». Έγινε κι ο ίδιος μέρος της σκηνής.
Ήταν 76 χρονών. Είχε μεγαλώσει σε μια χώρα που δε σταματούσε να φεύγει από τον εαυτό της. Είχε σκηνοθετήσει όλη τη μεταπολεμική Ελλάδα σαν μια διαρκή προσμονή, μια ομίχλη χωρίς τέλος. Είχε πει ότι ο ήρωάς του είναι πάντα ένας μοναχικός άνθρωπος που κουβαλάει τη μνήμη. Και στο τέλος, εκεί στην άκρη του δρόμου, έμεινε κι αυτός μόνος με τη μνήμη.
Ο θάνατός του έγινε θέμα παγκοσμίως. Όχι γιατί τον πάτησε μηχανάκι, αλλά γιατί συνέβη σε έναν σκηνοθέτη που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να αιχμαλωτίζει τη σιωπή. Τον αποχαιρέτησαν όλοι: ο Βιμ Βέντερς, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Κουστουρίτσα, ο Κουροσάβα, όλοι είχαν αναγνωρίσει ότι ο Αγγελόπουλος δεν γύριζε ταινίες. Σήκωνε μνημεία μέσα στην ομίχλη.
Η τελευταία του λέξη ήταν ίσως κάποιο σκηνοθετικό σχόλιο. Ίσως τίποτα. Ίσως είχε πει ήδη ό,τι ήθελε με τα πλάνα του, με τις σιωπές, με εκείνους τους ήρωες που περπατούσαν αργά μέσα στη βροχή, σαν να ήξεραν ότι ο χρόνος δεν προλαβαίνει τη μνήμη.