Πήγε να κάνει οντισιόν για κομπάρσος στον Νονό και δεν τον δέχτηκαν καν. Τώρα τον ξέρουν και οι πέτρες.
Τον απέρριψαν από την οντισιόν για κομπάρσο στον Νονό. Κι όμως, έγινε αστέρι που τον ξέρουν ακόμα και οι πέτρες.
Δεν τον ήξερε κανείς. Είχε πάει με ένα ντροπαλό χαμόγελο και ένα κουστούμι δύο νούμερα μεγαλύτερο για να πάρει έναν ρόλο χωρίς λόγια στον «Νονό». Ούτε καν τον φώναξαν μέσα. Ο βοηθός σκηνοθέτη τού είπε «ευχαριστούμε, να αφήσετε το τηλέφωνό σας στη γραμματεία», αλλά ούτε που το έγραψε. Δεν τον δέχτηκαν καν για να κάτσει σε μια γωνία. Δεν έμοιαζε ούτε με μαφιόζο ούτε με μπράβο ούτε με Ιταλό. Και η ταινία συνέχισε να γράφει ιστορία —χωρίς αυτόν.
Τότε δεν είχε καν σκεφτεί να γίνει πρωταγωνιστής. Ήταν ένας ακόμη μεταξύ χιλιάδων που έτρεχαν από κάστινγκ σε κάστινγκ, με μια ελπίδα και μια φωτογραφία στο χέρι. Δεν ήξερε ότι κάποτε το όνομά του θα γραφόταν σε αφίσες με κεφαλαία. Ότι τα παιδιά θα τον μιμούνταν στις αυλές και οι άντρες θα ήθελαν να του μοιάσουν. Ότι ακόμα και οι πέτρες θα τον ήξεραν.
Τον είδαν πρώτα σε μια ταινία που κανείς δεν περίμενε να κάνει επιτυχία. Έπαιζε έναν άνθρωπο πληγωμένο, βουβό, μα με βλέμμα που έλεγε περισσότερα απ’ ό,τι όλα τα σενάρια μαζί. Οι θεατές τον θυμήθηκαν. Οι σκηνοθέτες τον ξαναφώναξαν. Η μία ευκαιρία έφερε την άλλη. Κι εκείνος, κάθε φορά, έπαιζε λες και ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε κάποιος στη ζωή του.
Δεν άλλαξε τον κόσμο με μια ομιλία. Δεν πήρε Όσκαρ στα 30 του. Αλλά έκανε κάτι πιο δύσκολο: Έμεινε. Δεν ξεχάστηκε. Δεν πέρασε στα ψιλά. Έγινε πρόσωπο, φωνή, αναφορά. Από τις αφίσες μέχρι τις μιμήσεις, από τα αστεία μέχρι τα σοβαρά, η εικόνα του μπήκε στη ζωή των ανθρώπων χωρίς να το ζητήσει. Και δεν έφυγε ποτέ.
Ίσως τελικά αυτή η απόρριψη από τον «Νονό» να ήταν η αρχή. Γιατί κάποιες πόρτες κλείνουν μόνο και μόνο για να καταλάβεις ότι είσαι φτιαγμένος να χτίσεις τις δικές σου.