Το μπιφ του Μότσαρτ με την τραγουδίστρια που του έσπαγε τα νεύρα πάνω στη σκηνή
Όταν ο Μότσαρτ ήθελε να εκδικηθεί, δεν φώναζε. Έγραφε νότες που χτυπούσαν σαν στιλέτα.
Εκείνος ήταν ιδιοφυΐα. Εκείνη ήταν διάσημη σοπράνο. Και οι δυο βρίσκονταν στην καρδιά της βιεννέζικης όπερας, αλλά κάτι στη σκηνική της παρουσία τον τρέλαινε. Όχι με την καλή έννοια. Ο Μότσαρτ, ο απόλυτος τελειομανής της μουσικής, δεν άντεχε να βλέπει την Αντριάνα Φεραρέζε ντελ Μπένε να ανεβοκατεβάζει το κεφάλι της σαν εκκρεμές κάθε φορά που τραγουδούσε. Ψηλές νότες; Πήγαινε το σαγόνι ψηλά. Χαμηλές; Κοίταζε κάτω. Ήταν σαν μια κομψή όρνιθα σε κλασική σκηνή.
Ο ίδιος, όσο κι αν σεβόταν τη φωνή της, έβλεπε το θέαμα σαν μια αλλοίωση της τέχνης του. Δεν το σχολίασε. Δεν τσακώθηκε. Δεν την απέλυσε. Έκανε κάτι χειρότερο: της έγραψε μουσική που θα την έκανε να γελοιοποιηθεί μόνη της.
Στην άρια “Come scoglio” από την όπερα Così fan tutte, οι νότες πηδάνε απελπισμένα από τις ψηλές στις χαμηλές και πάλι πίσω, σαν να έχουν κατάθλιψη και μανία ταυτόχρονα. Ο Μότσαρτ ήξερε τι έκανε. Έβλεπε ήδη μπροστά του την Αντριάνα να χοροπηδάει το κεφάλι της ανά φράση και χαιρόταν μόνο που το φανταζόταν.
Το αποτέλεσμα; Η άρια έγινε από τις πιο απαιτητικές στην ιστορία της όπερας, με τεχνικά άλματα που κάνουν και σήμερα τους τραγουδιστές να ιδρώνουν. Αλλά κυρίως, έκανε το κοινό να βλέπει κάτι που δεν μπορούσε να ξε-δει: τη Φεραρέζε να μοιάζει σα να δίνει μάχη με… αόρατο εχθρό, το λαιμό της να δουλεύει σαν ελατήριο και τα μάτια της να ανεβοκατεβαίνουν ανεξάρτητα από τη μελωδία.
Δεν της το είπε ποτέ. Ούτε εκείνη διαμαρτυρήθηκε δημόσια. Αλλά η παρτιτούρα έμεινε. Και κάθε φορά που ανεβαίνει το Così fan tutte, η σκηνή θυμάται την πιο εκλεπτυσμένη μουσική “τρολιά” που έγινε ποτέ — και τον πιο παθητικά επιθετικό καλλιτεχνικό πόλεμο στην ιστορία της κλασικής μουσικής.